«Ζούμε στη χώρα της οποίας οι κάτοικοί είναι περίπου πολίτες, αφού μετά από τρία μνημόνια δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πολλά: αντί η χαμένη δεκαετία της Κρίσης να μας έχει γίνει μάθημα ώστε να επιλέγουμε εκπροσώπους και πολιτικές με γνώμονα το μεσο-μακροπρόθεσμο όφελος της κοινωνίας συνολικά και των παιδιών μας ειδικά, εξακολουθούμε να ψηφίζουμε εκείνους που μας χαϊδεύουν περισσότερο τα αυτιά, με κριτήρια κοντόθωρα και ιδιοτελή: «ποιος θα μου δώσει 13ο ή 14ο μισθό/ σύνταξη/ επίδομα, ποιος θα με διορίσει/ μονιμοποιήσει/ αποσπάσει (ώστε να κάθομαι σπίτι μου), ποιος θα μου νομιμοποιήσει το αυθαίρετο/ πανωσήκωμα» κ.ο.κ.
Ζούμε στη χώρα της οποίας οι μαθητές λαμβάνουν μια περίπου παιδεία: πρόσφατα διαπίστωσα πως έχει αφαιρεθεί άλλη μια μέρα από το (ήδη κουτσουρεμένο) εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εκείνη της 7ης Ιανουαρίου. Πριν λίγες δεκαετίες- όταν εγώ πήγαινα σχολείο- τα Θεοφάνια σήμαιναν τη λήξη των χριστουγεννιάτικων σχολικών εορτών. Φευ, όχι πια: πλέον και του Άι Γιαννιού είναι αργία.
«Μικρό το κακό» θα σκεφτεί κάποιος προπέτης πριν αναλογιστεί πως, αθροίζοντας τις θερινές, πασχαλινές, χριστουγεννιάτικες διακοπές και τα σαββατοκύριακα, οι εργάσιμες σχολικές ημέρες που απομένουν είναι λιγότερες από τις μισές του έτους, με αποτέλεσμα η απώλεια καθεμιάς εξ αυτών να συνιστά ποσοστό άνω του μισό τοις εκατό: κοινώς, συναινούμε τα παιδιά μας να είναι πλέον μισό τοις εκατό λιγότερο μορφωμένα (δηλαδή πιο αμόρφωτα) σε σχέση με πριν.
Σημειωτέον πως αναφερόμαστε στα παιδιά που στον διεθνή εκπαιδευτικό διαγωνισμό της P.I.S.A. επί σειρά ετών καταφέρνουν να ξεπεράσουν ελάχιστους αλλοεθνείς συνομήλικούς τους, μεταξύ των οποίων τα μεξικανάκια και τα κολομβιανάκια.Ουδεμία έκπληξη άλλωστε δεν προκαλεί το γεγονός ότι οι ίδιοι μαθητές ομιλούν περίπου ελληνικά, αφού το πλαφόν εισαγωγής στις φιλοσοφικές σχολές- τις επιφορτισμένες να παράγουν πτυχιούχους επαρκείς στη διδασκαλία της ορθής χρήσης της μητρικής τους στους ελληνόπαιδες- είναι ελάχιστα πάνω από τη βάση.
Σε μια χώρα όπου μια περίπου κυβέρνηση -με 63 μέλη κάθε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου προσιδιάζει περισσότερο με πάρτι, παρά με αυτό που (ισχυρίζεται πως) είναι- εξαγγέλλει κάθε τόσο μια περίπου -εντελώς προσχηματική, «για τα μάτια του κόσμου», που επουδενί δεν αφορά την αποδοτικότητα- αξιολόγηση των περίπου δημοσίων υπαλλήλων- αφού μεγάλο μέρος αυτών έχουν δεύτερη (ή και τρίτη) απασχόληση: οι εκπαιδευτικοί σε ιδιαίτερα ή ως σερβιτόροι, οι αστυνομικοί ως πάροχοι υπηρεσιών ασφαλείας σε ιδιώτες ή ως μεταφορείς κ.ο.κ.
Αναφερόμαστε σε μια περίπου (ή μάλλον καθόλου) φιλελεύθερη κυβέρνηση, αφού αντί ν’ απελευθερώσει την αγορά σε πολλούς παίκτες, πατάσσοντας τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, τη γραφειοκρατία και την πολυνομία- ως όφειλε αν ήταν πραγματικά φιλελεύθερη- αυτή επιλέγει πρακτικές που παραπέμπουν στον… υπαρκτό σοσιαλισμό.
Δελτία τύπου Τσαουσέσκου, που απλά φροντίζει να τα μετονομάζει εύσχημα- και για να μην βγάζει μάτι τί πραγματικά είναι- σε ποικιλώνυμα «passes»: market- pass, youth- pass, dentist- pass και εσχάτως νοίκι- pass.Όμως πόσο μακριά μπορείς να πας με τα εκάστοτε pass; Η απάντηση είναι ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ: στην ξενιτιά, κρίνοντας από τη νεολαία μας, της οποία η φυγή στο εξωτερικό έχει λάβει διαστάσεις αληθινής και αναλογικά πρωτόγνωρης εξόδου.
Στη χώρα όπου μια περίπου Δικαιοσύνη, αφού οι (υπο-) λειτουργοί της- χωρίς να είναι αναλογικά λιγότεροι (μάλλον το αντίθετο συμβαίνει) ή ιδιαιτέρως υποαμειβόμενοι συγκριτικά με τους ευρωπαίους συναδέλφους τους- είναι με διαφορά οι βραδύτεροι στην απονομή της, με αποτέλεσμα αυτό να συνιστά πρακτικά αρνησιδικία: όταν ο χρόνος για να τελεσιδικήσει μια δίκη αγγίζει τη δεκαετία, δεν μιλάμε για απονομή, αλλά για την αναβολή ή και πρακτική κατάργηση- με ισχυρό ενδεχόμενο παραγραφής αδικημάτων- της ουσιαστικής δικαιοσύνης.
Ζούμε στη χώρα όπου μια περίπου τροχαία- αφού είναι κοινό μυστικό ο ελλιπής υπηρεσιακός υλικοτεχνικός εξοπλισμός και η απουσία διαρκούς εκπαίδευσης των στελεχών της- περίπου ελέγχει- εφόσον οι έλεγχοι είναι «εποχιακοί», λες και πρόκειται για συγκομιδή φρούτων και μόνο σποραδικά εντατικοί, για να ατονήσουν κατόπιν- περίπου οδηγούς- αφού ένα σημαντικό ποσοστό εξ αυτών παίρνει το περίπου δίπλωμα οδήγησης δωροδοκώντας τους- περίπου- εξεταστές, με μεσάζοντες τις- περίπου- σχολές οδήγησης.…και κάπως έτσι προκύπτει μια από τις ελάχιστες πρωτιές μας στην Ευρώπη: εκείνη των θανάτων σε τροχαία δυστυχήματα.
Ζούμε στη χώρα όπου περίπου αγρότες- αφού οι περισσότεροι προσπορίζονται μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους από κρατικές και κοινοτικές επιδοτήσεις, αντί του παραγόμενου προϊόντος τους, χωρίς να ασχολούνται οι ίδιοι με τη γη τους(;)- κλείνουν κατά το δοκούν τις περίπου εθνικές οδούς- αφού παρά τον πακτωλό κοινοτικών επιδοτήσεων που έχει λάβει η χώρα τον τελευταίο μισό αιώνα(!) προκειμένου ν’ ανανεώσει τις υποδομές της, αυτές κατέληξαν σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια ιδιωτών.
Ακόμα και οι ξένες επενδύσεις που εσχάτως ομολογουμένως συρρέουν επαυξημένες στη χώρα είναι περίπου επενδύσεις, αφού δεν είναι παραγωγικές και ουδόλως δημιουργούν νέες, υψηλής εξειδίκευσης και προστιθέμενης αξίας θέσεις εργασίας, αλλά αφορούν κατά το ήμισυ την εξαγορά ακίνητης περιουσίας: βαφτίζουμε το ξεπούλημα του βιούς μας «επένδυση» και αντί να ντρεπόμαστε που τρώμε από τα έτοιμα, βαυκαλιζόμαστε για υποτιθέμενους «ρυθμούς ανάπτυξης», που στην πραγματικότητα είναι απώλεια αποθησαυρισμένης προγονικής γης και ακίνητης περιουσίας.
Περίπου ζούμε, αφού στην πραγματικότητα λαθροβιούμε στη χώρα του περίπου, πλέοντας στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα χωρίς πυξίδα, μακριά από φάρους, άνευ οράματος και οδηγού παράστασης για το ποιος ακριβώς είναι ο προορισμός μας, όντας μια περίπου χώρα».
(Aπόσπασμα άρθρου του Β. Ακτσαλή από την ATHensvoice)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου