αντί προλόγου..



'Eχουμε την τύχη να ζούμε σε μια πόλη ευνοημένη από τη φύση και την ιστορία. Tα δυνατά της σημεία είναι πολλά και λίγο-πολύ γνωστά. Yπάρχουν όμως κι εκείνα- και δεν είναι λίγα - που τα βλέπουμε γύρω μας καθημερινά και μας πληγώνουν , ταλαιπωρούν την αισθητική μας.

Στο μπλογκ αυτό θα διαβάζετε σκέψεις, παρατηρήσεις αλλά και προτάσεις που έρχονται αυθόρμητα στο νου περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της μοναδικής αυτής πόλης που μπορεί να γίνει ακόμη πιο όμορφη και συναρπαστική. Θα διαβάσετε επίσης και κάποιες άλλες αναρτήσεις (κείμενα, φωτογραφίες, γελοιογραφίες) που αφορούν τη γενικότερη πολιτική και όχι μόνο επικαιρότητα.

Διαβάστε τις προηγούμενες αναρτήσεις μας στη διεύθυνση www.ioannina2011.blogspot.com

Βρείτε μας και στο Facebook: https://www.facebook.com/skeptomenoipolites.ioanninon

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2024

Αντίο, Μιχάλη...

 

Ο Μιχάλης Γκανάς είχε πολλές ιδιότητες αλλά είναι δύσκολο να τις περιγράψει κανείς: δεν ήταν άνθρωπος που δημιουργούσε αφηγήσεις γύρω από τον εαυτό του· μιλούσε λίγο και με φωνή υπόκωφη· το χιούμορ του ήταν ήσυχο. 

Αν και ήταν επιτυχημένος σύζυγος και πατέρας, το κέντρο της ζωής του ήταν η ποίηση· αναζητούσε το βάθος των πραγμάτων. Θα τον θυμάμαι πάντοτε να πλήττει αφόρητα «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες»: έχουμε ανταλλάξει πολλές φορές βλέμματα αλληλοκατανόησης, βλέμματα προς τον ουρανό. 

Το αγαπημένο του θέμα συζήτησης ήταν η ποίηση, η ποίηση των άλλων: του Έντγκαρ Λη Μάστερς, του Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς, του Νίκου Καββαδία —ήταν μεγάλος αναγνώστης· διηγιόταν συχνά πώς όταν είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα αγόραζε βιβλία από τα καροτσάκια· ντρεπόταν να μπει στα βιβλιοπωλεία. Ύστερα, όταν έπιασε δουλειά στο βιβλιοπωλείο «Δωδώνη», βρέθηκε στον επίγειο παράδεισό του. 

Καθώς δεν γνωρίζω προσωπικά ποιητές, ούτε συμμετέχω σε λογοτεχνικές παρέες, αναρωτιέμαι αν η πνευματικότητα του Μιχάλη είναι κανόνας ή εξαίρεση: σίγουρα διέψευδε τα στερεότυπα γύρω από τους ποιητές· είχε το κεφάλι του στα σύννεφα αλλά τα πόδια του στη γη. Όσο για τον θάνατο, ένα επαναλαμβανόμενο ζήτημα στην ποίησή του, ίσως οφειλόταν στον τόπο του, τα μοιρολόγια της Ηπείρου, ίσως στην ίδια του την ιδιοσυγκρασία που διαμορφώθηκε από την παιδική του ηλικία στον Τσαμαντά, στην Αλβανία, στην Ουγγαρία. 

Γεννημένος το ’44, ο Μιχάλης έζησε τον εμφύλιο πόλεμο κι όλα του τα απόνερα. Όμως, σήμερα, αφήνει πίσω του μια γεύση αθανασίας. Πόρτα γεμάτη ρόζους / τύψεις της καρυδιάς. / Χαράζεις τ’ αρχικά σου με σουγιά, / πηγαίνεις στο σχολείο αργοπορημένος. Έχεις στο στόμα σου / γεύση αθανασίας.

                                                         (Σώτη Τριανταφύλλου -ΑΤΗensvoice)


Βροχή     ψιχαλιστή ποτιστική δαρτή.

Υετός      ομηρική βροχή.

Όμβρος   αρχαία βροχή καταρρακτώδης.

 

Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα.

 

Χιών χιόνι κοκορόχιονο χιονόνερο νιφετός.

Χάλαζα χαλάζι χαλαζόκοκκος

(σιούγκραβος στα όρη Τσαμαντά).

Υδατώδη ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα

αναντάμ παπαντάμ.

 

Προσφάτως τεχνητή βροχή

εσχάτως όξινη βροχή

προσεχώς κά-τά-κλύ-σμός.

Κατά ζεύγη τα ζώα

κατά μόνας τα φυτά

κατά κρημνού οι άνθρωποι — αγεληδόν.

Κατά μάνα κατά κύρη.

 

Τρέχουν τα δάκρυα βροχή.

Βροχή μου.

Βροχούλα μουσκεμένη.

 

Μιχάλης Γκανάς- Aπό τη συλλογή Άψινθος (2012)

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024

Αποχαιρετισμός σ' έναν μεγάλο ποιητή...


Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Καλοκαίρι..

"Το πλοίο θα σαλπάρει το βραδάκι, πάρε το μετρό για Πειραιά
Μέσα στο γλυκό καλοκαιράκι να πάμε κρουαζιέρα στα νησιά.."

τραγουδούσε ο Βαγγέλης Γερμανός πριν κάποια χρόνια και ο Διονύσης Σαββόπουλος έπιασε το νήμα..

"Καλοκαίρι, η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι, καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι
μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι, πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι,με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι
καλοκαίρι, μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη
Καλοκαίρι,με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι, με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι
καλοκαίρι..[..]"



Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Άνοιξη..και με τη βούλα





Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης
ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της.
Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την  καρδιά μας.
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην
κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε
τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα.
Μια στιγμή να νιφτούμε και φτάσαμε. […]
                                                                                                Γ.Ρίτσος

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Έρως ανίκατε μάχαν..


"Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή

Έχω ρίξει μές' στ' άπατα μιαν ήχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς το νερό

Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο."

                                               Οδ.Ελύτης



Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Πέρασαν κιόλας σαράντα χρόνια..


"Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου 'κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο."


Μανώλης Αναγνωστάκης

 

(Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.)


Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Τα χέρια..



                                                         
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει.

Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν,

ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα

χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ

με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια

του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»

Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται,

έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.

Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.


Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη

φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια

κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την

ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που

κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε

ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η

μοίρα της: Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να

πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα

κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά

κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που

κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους

κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.


Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται

και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα

πλένει, τα ξαναπλένει, δε λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που

γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα

χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της και δεν την

κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να

’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

                                                                 
                                                                         Mιχάλης Γκανάς


Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Ελληνικό καλοκαίρι..



"Καθώς τελειώνει κι αυτή η σεζόν της ιλιγγιώδους ρευστότητας  το ελληνικό καλοκαίρι καλπάζει και τίποτα δεν μπορεί να αναχαιτίσει τον διάχυτο ηδονισμό του.



Από τη μία κάθε βεβαιότητα κλονίζεται – από την άλλη, με ένα τίποτα είσαι ευτυχισμένος: λίγο καρπούζι με τυρί, μια σκιά, οι φίλοι, λίγες μονάδες στο κινητό για τις αγάπες του καλοκαιριού.



Το βράδυ η πόλη γίνεται υπερωκεάνιο, φωτοσυνθέτει εκ νέου τη φυλαχθείσα ηδονική συγκίνηση. Και πέρα από τον Πειραιά τα νησιά, θαλάσσια ξύλα, βαρκάκια του Κάλβου, μουσικά, πλέοντα.



Ποτέ δεν είσαι απόλυτα φτωχός με τέτοιο ζέφυρο, με τέτοια άστρα. Η θάλασσα δεν χρεοκοπεί κι είναι δική σου με κάθε απλωτή. Δεν είναι εύκολο να κάνεις την αφαίρεση μετά από τόσα ζόρια, τον Αύγουστο όμως όλοι το ψιλοκαταφέρνουν. Εφόσον ζούμε κι έχουμε ζωντανές τις πέντε αυτοκρατορικές μας αισθήσεις, όλα βολεύονται."

                              (Αποσπάσματα από  ένα υπέροχο κείμενο του Σ. Τσαγκαρουσιάνου στη Lifo )



Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ω γλυκύ μου έαρ..

Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα'ρθουν να τελειώσουν.
Κι η Άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.
                                                                                Τ. Λειβαδίτης

                                                                                                               (πίνακας τουυ Δ. Κούρου)

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Δυστυχία σου Ελλάς....



Ποιος είδε κράτος λιγοστό σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;


Να τρέφει όλους τους αργούς, νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα και δόξης τόσα μνήματα;


Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε τον κλέφτη να γυρεύουνε;


Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.


Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού συγχρόνως μπούφος και αλεπού.


Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο- να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.


Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο, ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.


Και ψωμοτύρι και για καφέ το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.


Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!

                                                                         Γ. Σουρής (1853-1919)


Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

8 Μαρτίου..



Προσωπικό     

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει

μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή

δεν αξίζει τον κόπο.



Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη

κι ας μην είναι όπως παλιά,

δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,

κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.



Επειδή περνάς δύσκολες μέρες

σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς

που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω

τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,

δε θα πει πως δεν έχουμε

μοίρα στον ήλιο, έχουμε

τη δική μας μοίρα.



Επειδή πότε είσαι άνθρωπος

και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας

ψωμάκια μικρά της αποδημίας

κι ελπίζουνε τα παιδιά μας

σε καλύτερες μέρες.



Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι

και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι

για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,

μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,

αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι

δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε

απ’ το άλφα.



Τώρα ξέρουμε πού πονάς

πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,

διακοπή αίματος και κρυώνουν

τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό

να φορτίσει πάλι τα μέλη

με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.



Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς

και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο

για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά

και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη

κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές

και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά

και καμένα, θέλοντας ο καθένας

να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο

και πηγή, κατά τις περιστάσεις

ή και όλα μαζί στην ανάγκη,

δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ

να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,

κι αν είναι να περάσω

μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–

ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

                                                M . Γκανάς

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Πατρίδα μου..




Χλωρίδα μου πατρίδα μου

γέννημα θρέμμα σου βορά των ψυχανθών

βασιλικός πλατύφυλλης αποδημίας

σγουρό μελισσοβότανο της μνήμης

που το φυσώ κι έρχονται σμήνος οι σκιές

στη βουερή κυψέλη του κορμιού μου

κάνοντας το πικρό-γλυκό τον κόσμο μέλι.



Πανίδα μου πατρίδα μου

αειθαλή αγρίμια και φυλλοβόλα χρώματα της νύχτας

ισόβια παραμυθία

μού σταθήκατε με τ' άσπρο δόντι πεινασμένου λύκου

το κανελί της αλεπούς το γκρίζο της αρκούδας

κραυγές σκουξίματα και αίμα

με χιόνι φεγγαρόφωτου και πάχνη αστροφεγγιάς

ραντίζοντας το μακελειό της φύσης

κάνοντας τα μονά-ζυγά δικοτυλήδονο τον κόσμο.



Γέννημα θρέμμα του κι εγώ

βορά της μνήμης άθυρμα της αγάπης

άλλοτε πάνοπλος από φωνές και βλέμματα

κι άλλοτε κάμπος θερισμένος χωρίς τον ψίθυρο μιας καλαμιάς.

Και τι να πω για τη ζωή

τη ζω με ζώνει με πονάει

και τι να πω για την αγάπη

δεν τη σπούδασα την ξέρω από στήθους

κι αν απαγγέλλω έναν ίαμβο χλωρό

εκείνη τον ποτίζει νύχτα μέρα

κι αν της μιλώ ελληνικά μόνον αυτά καταλαβαίνει

στη μουσική τους μοναχά χορεύει

με τον αυλό τη λύρα το κλαρίνο.





Πατρίδα μου ασπίδα μου

και δόρυ αιχμηρό στο στήθος

παίρνω το αίμα-αίμα μου και σε γυρεύω

στον κάτω κόσμο στον απάνω

-άφαντη στις πολιτείες στα χωριά σου- άχνα

και λέω δεν υπάρχεις σ' ονειρεύτηκα

κι αχειροποίητη σε χτίζω με το ράμφος μου.



Αλλά το φως με διαψεύδει πάλι

μια μέρα στις Μυκήνες την άλλη στην Κασσώπη

καταμεσήμερο αγγίζοντας τοπία συλημένα

και πρόσωπα αγνώριστα από την τύρβη των αιώνων

υφαίνοντας άλλες μορφές στο διάφανο αέρα

κι ο τόπος γράφεται ξανά βουνό-βουνό και δέντρο-δέντρο

 κι η θάλασσα φιλάει τη φτέρνα του

κι η μνήμη οχιά που με δαγκώνει

και λέω ναι -εδώ- στο φως θανάτωσέ με.

Γιατί το φως θα μας δικάσει

κι αλίμονο σ' όποιον φοράει ματογυάλια.

 

                                                            Μιχάλης Γκανάς




Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η Ελλάδα που λες..




(Ποίηση Μιχάλη Γκανά)

Η Ελλάδα που λες, δεν είναι μόνο πληγή.

Στη μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι,

ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες,

μπρούντζινο χρώμα, μπρούντζινο σώμα,

μπρούντζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου.
[....]



Εδώ κοιμήθηκαν παλικαράδες,

με το ντουφέκι στο ’να τους πλευρό,

με τα ξυπόλητα παιδιά στον ύπνο τους.

Τσεμπέρια καλοτάξιδα περνούσαν κι έφευγαν,

κελίμια και βελέντζες της νεροτρουβιάς.


Τώρα γαρμπίλι κι άρβυλα

σε τούτο το εκκοκκιστήριο των βράχων

κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι

κρασάκι της Αράχωβας στυφό.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...