αντί προλόγου..



'Eχουμε την τύχη να ζούμε σε μια πόλη ευνοημένη από τη φύση και την ιστορία. Tα δυνατά της σημεία είναι πολλά και λίγο-πολύ γνωστά. Yπάρχουν όμως κι εκείνα- και δεν είναι λίγα - που τα βλέπουμε γύρω μας καθημερινά και μας πληγώνουν , ταλαιπωρούν την αισθητική μας.

Στο μπλογκ αυτό θα διαβάζετε σκέψεις, παρατηρήσεις αλλά και προτάσεις που έρχονται αυθόρμητα στο νου περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της μοναδικής αυτής πόλης που μπορεί να γίνει ακόμη πιο όμορφη και συναρπαστική. Θα διαβάσετε επίσης και κάποιες άλλες αναρτήσεις (κείμενα, φωτογραφίες, γελοιογραφίες) που αφορούν τη γενικότερη πολιτική και όχι μόνο επικαιρότητα.

Διαβάστε τις προηγούμενες αναρτήσεις μας στη διεύθυνση www.ioannina2011.blogspot.com

Βρείτε μας και στο Facebook: https://www.facebook.com/skeptomenoipolites.ioanninon

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Δύσκολα, τα αυτονόητα, για τη Δημοτική Αρχή...

 

Η εικόνα είναι σχεδόν συμβολική για τον τρόπο που λειτουργεί η Δημοτική Αρχή της πόλης μας: εκεί όπου η φύση έχει ήδη κάνει το δύσκολο έργο -σκιά, δροσιά, ανθρώπινη κλίμακα- η δημοτική αδράνεια αφήνει τον χώρο εγκαταλελειμμένο. Και αντί να αναδειχθεί ένα από τα πιο όμορφα σημεία περιπάτου της περιοχής, οι πεζοί αναγκάζονται είτε να περπατούν μέσα στον δρόμο είτε να «ψήνονται» από τον ήλιο στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Και τι χρειάζεται να γίνει; το αυτονόητο: λίγη πλακόστρωση κάτω από βαθύσκιωτα πλατάνια. Όχι κάποιο μεγαλεπήβολο έργο βιτρίνας ούτε εκατομμύρια ευρώ σε άχρηστες “αναπλάσεις”, αλλά μια ανθρώπινη παρέμβαση που θα έκανε τη ζωή όλων καλύτερη. Στην πόλη της υπερκοστολογημένης αισθητικής, συχνά το πιο χρήσιμο έργο είναι και το πιο παραμελημένο: Ένα πεζοδρόμιο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, λες και η πόλη φοβήθηκε την ίδια της τη φυσική ομορφιά, εκεί που τα πλατάνια έχουν κάνει τη δουλειά τους εδώ και δεκαετίες. 

Διότι ο σύγχρονος δήμος δεν ασχολείται με πράγματα που θα κάνουν άμεσα  καλύτερη τη ζωή των πολιτών. Ασχολείται με “παρεμβάσεις”. Με “στρατηγικά πλάνα βιώσιμης κινητικότητας”. Με κάτι τρισδιάστατες μακέτες όπου περπατούν χαμογελαστοί άνθρωποι σε μια ισοπεδωμένη πλατεία. Και το πιο ωραίο; Μιλάμε πλέον για κάποια από τα εναπομείναντα πλατάνια αφού αρκετές δεκάδες από αυτά που στέγνωσαν και χάθηκαν δια παντός. 

Σε μια εποχή που όλη η Ευρώπη ψάχνει τρόπους να δημιουργήσει φυσική σκίαση μέσα στις πόλεις, εμείς έχουμε έτοιμο έναν φυσικό θόλο από πλατάνια και καταφέρνουμε να τον αξιοποιούμε σαν εγκαταλελειμμένη άκρη ενός επαρχιακού δρόμου. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό ελληνικό urban design: ό,τι πολύτιμο απέμεινε, το αφήνουμε στην τύχη του μέχρι να χαθεί κι αυτό. Και μετά κάνουμε μια ημερίδα για την “πράσινη πόλη”.

Και φυσικά, η "εμπειρία" της λεωφόρου Μιαούλη δεν θα μπορούσε να είναι ολοκληρωμένη χωρίς αυτά τα μυθικά σκουριασμένα φωτιστικά -κάποια από τα οποία έχουν πάρει και μια επικίνδυνη κλίση, λες και κουράστηκαν κι αυτά να περιμένουν ένα βάψιμο, μια συντήρηση. Περπατάς λοιπόν μέσα στον δρόμο, κάτω από τα σκιερά πλατάνια, πάνω σε χαραγμένο αλλά εγκαταλελειμμένο πεζοδρόμιο, δίπλα σε φωτιστικά που θυμίζουν ντοκιμαντέρ μετασοβιετικής βιομηχανικής παρακμής, και αναρωτιέσαι: “Μήπως τελικά δεν είναι εγκατάλειψη; Μήπως είναι υπαίθρια εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης;”

Πολλές φορές για να έχει κανείς αποτέλεσμα δεν χρειάζονται θαύματα, ούτε εκατομμύρια. Λίγη φροντίδα χρειάζεται. Αλλά η φροντίδα δεν φωτογραφίζεται εύκολα σε προεκλογικά φυλλάδια. Η σκουριά όμως φωτογραφίζεται υπέροχα στο ηλιοβασίλεμα. Έχει μια διαχρονικότητα.

Kαμαρώστε:










               ...ωραία (και μόνιμη) διαφήμιση για το πεντάστερο Ξενοδοχείο 


    
    τα πιο σκουριασμένα φωτιστικά στη χώρα... Ιωάννινα 2026... ακτή Μιαούλη

Λίμνη Ζηρού: Αντί για υπόδειγμα, χείριστο παράδειγμα...

 

Στη χειρότερη κατάσταση από ποτέ βρίσκεται η λίμνη του Ζηρού στη Φιλιππιάδα. Μια πανέμορφη αλπική λίμνη, ένα σπάνιο φυσικό τοπίο για την περιοχή, έχει αφεθεί να ρημάξει κυριολεκτικά.  

Πεζοδρόμια πνιγμένα στα βάτα, πρόχειρες κατασκευές που θυμίζουν εγκατάλειψη, κομμένες περιφράξεις, κοπάδια με πρόβατα που βόσκουν μέσα στις εγκαταστάσεις με τα τσομπανόσκυλα να κυνηγάνε περαστικούς, ατελείωτα σκουπίδια και η πλήρης απουσία φροντίδας δίνουν το σημερινό της στίγμα. Αν βάλει κανείς και τα καμένα έχει μια καλή εικόνα του πώς ΔΕΝ πρέπει να μοιάζει ένα τέτοιο τοπίο.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο περιμετρικός δρόμος παραμένει χωματόδρομος με χαλίκι και  λακκούβες, έτσι που κάθε αυτοκίνητο που περνάει να σηκώνει σύννεφα σκόνης που καταλήγουν παντού: στη λίμνη, στη βλάστηση, στους επισκέπτες. Κι αυτό δεν είναι απλώς αμέλεια. Είναι περιβαλλοντική υποβάθμιση με τη σφραγίδα της ανοχής.

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό υπάρχει -ειρωνικά- και ένα περιβαλλοντικό κέντρο. Για ποιον ακριβώς λόγο; Για να υπενθυμίζει τι θα έπρεπε να συμβαίνει και δεν συμβαίνει; Για να λειτουργεί ως άλλοθι; Ή για να προσθέτει ακόμα ένα επίπεδο αντίφασης σε μια ήδη προβληματική εικόνα; Όταν ένας χώρος που υποτίθεται ότι υπηρετεί την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον εγκατάλειψης, τότε κάτι είναι βαθιά λάθος.

Η Λίμνη Ζηρού σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, θα αποτελούσε σημείο αναφοράς: με ήπιες υποδομές, με σεβασμό στο περιβάλλον, με καθαρούς χώρους, με επισκέπτες που θα έρχονταν για να τη γνωρίσουν - όχι για να διαπιστώσουν την παρακμή της. Θα ήταν ένας χώρος οργανωμένος, προστατευμένος, ζωντανός. 

Λίμνες αντίστοιχης κλίμακας σε χώρες της Ευρώπης λειτουργούν ως πρότυπα. Όχι γιατί είναι ομορφότερες. Αλλά γιατί διοικούνται. Με καθαριότητα που δεν είναι ζητούμενο αλλά δεδομένο. Με υποδομές ήπιες αλλά συντηρημένες. Με πρόσβαση οργανωμένη - όχι χωματόδρομους που σηκώνουν σκόνη.

Εδώ το μόνο που φαίνεται να λειτουργεί οργανωμένα είναι η εγκατάλειψη. Ακόμη και όταν εμφανίστηκε κάποια πρόταση για βελτίωση, αντί να ανοίξει ένας σοβαρός διάλογος, ενεργοποιήθηκε το γνωστό αντανακλαστικό: άρνηση και στασιμότητα. Αντί για σχέδιο, αδιαφορία. Αντί για ευθύνη, μετάθεση ευθυνών.

Και το ερώτημα είναι απλό: Ποιος ευθύνεται; Η τοπική αυτοδιοίκηση που δεν παρεμβαίνει; Η περιφερειακή Δ/νση που είναι απούσα; Οι υπηρεσίες που αδρανούν; Η κοινωνία που συνηθίζει την εικόνα; Η απάντηση είναι εξίσου απλή: Όλοι. Γιατί η εγκατάλειψη δεν είναι ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα επιλογών ή πιο σωστά, της απουσίας τους. 

Η λίμνη Ζηρού δεν χρειάζεται άλλα λόγια. Χρειάζεται αποφάσεις, σχέδιο και ευθύνη. Και, πάνω απ’ όλα, χρειάζεται όλοι εμείς να σταματήσουμε να ανεχόμαστε την παρακμή ως κανονικότητα. Έτσι, η σιωπή δεν μπορεί να είναι πια επιλογή. Η λίμνη Ζηρού δεν αντέχει άλλη υποβάθμιση. Και η κοινωνία δεν αντέχει άλλη κοροϊδία.

Και ενώ όλα αυτά παραμένουν άλυτα, διαφημίζονται μηχανοκίνητα οχήματα που μπαίνουν μέσα  σ' έναν ευαίσθητο φυσικό χώρο όπως είναι ο Κοκκινοπηλός, ένας ιδιαίτερος γεωμορφολογικός σχηματισμός με μοναδικά χαρακτηριστικά. Κι εκεί επιτρέπεται μια δραστηριότητα που φέρνει θόρυβο, σκόνη και επιβάρυνση. Με ποια λογική;

Και εδώ όμως τα ερωτήματα είναι και θεσμικά: Υπάρχει εγκεκριμένη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τις συγκεκριμένες δραστηριότητες; Τηρούνται οι όροι προστασίας της περιοχής και ποιος ελέγχει την εφαρμογή τους; Έχει αξιολογηθεί η σωρευτική επιβάρυνση (σκόνη, θόρυβος, ανθρώπινη πίεση); Υπάρχει σαφές θεσμικό πλαίσιο που να επιτρέπει τέτοιες χρήσεις σε έναν τέτοιο χώρο; Ποιος υπογράφει, ποιος εγκρίνει και -κυρίως- ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Συμφωνούν οι θεσμικοί παράγοντες με τη διεξαγωγή μηχανοκίνητων δραστηριοτήτων σε αυτό το περιβάλλον; 

Απαντήσεις ΔEN προβλέπονται… 

Ένα μικρό δείγμα:














Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Eδώ ... γελάμε


                                                                                                          (Χρ.Παπανίκος- "Ελλάδα 24") 

 

Γιατί δεν έχουμε "κουλτούρα";

 

«Κάθε φορά που στην Ελλάδα ανοίγει μια σοβαρή συζήτηση για την καθημερινότητα, τη νομιμότητα και την πειθαρχία στον δημόσιο χώρο και αφορά για παράδειγμα τις μετακινήσεις, την ανακύκλωση, την ησυχία ακόμη και την τήρηση της ουράς, η απάντηση έρχεται σχεδόν αυτόματα: «Δεν έχουμε την κουλτούρα». 

Δεν έχουμε την κουλτούρα του ποδηλάτου. Δεν έχουμε την κουλτούρα της ανακύκλωσης. Δεν έχουμε την κουλτούρα της πειθαρχίας. Δεν έχουμε την κουλτούρα να μιλάμε σιγά στους κοινόχρηστους χώρους. Δεν έχουμε την κουλτούρα της διακριτικότητας. Δεν έχουμε την κουλτούρα της ουράς στο λεωφορείο, στη στάση, στο ταμείο, στο πεζοδρόμιο. Δεν έχουμε την κουλτούρα, τελεία και παύλα.

Πρόκειται για κοινωνιολογική διαπίστωση αλλά στο τέλος λειτουργεί σαν συλλογικό άλλοθι και μας απαλλάσσει από κάθε υποχρέωση να αλλάξουμε. Δεν χρειάζεται ούτε να οργανωθούμε ούτε να εκπαιδευτούμε. Σηκώνουμε τους ώμους και ξεμπερδεύουμε με ένα «εδώ είναι Ελλάδα».

Το κράτος που δημιουργήθηκε το 1830 από ανθρώπους που, θέλοντας και μη, είχαν μια κουλτούρα επιβίωσης, οργάνωσης, διεκδίκησης και συλλογικού στόχου, κάτι έπαθε στη διαδρομή και έχασε την ταυτότητά του. Και το πιο παράδοξο είναι ότι αυτή τη φράση δεν την επαναλαμβάνουν μόνο οι αδιάφοροι ή οι απαίδευτοι. Τη λένε συχνά και μορφωμένοι, καλλιεργημένοι και ταξιδεμένοι άνθρωποι. Άνθρωποι που ξέρουν πώς λειτουργεί μια ευρωπαϊκή πόλη αλλά όταν η κουβέντα έρχεται στη δική τους γειτονιά, ξαφνικά θυμούνται ότι «ο Έλληνας δεν αλλάζει».

Στην Ελλάδα, το κοινό καλό συχνά σταματάει εκεί όπου αρχίζει η προσωπική μας ενόχληση. Η συζήτηση για τα ηλεκτρικά πατίνια και το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο έφερε ξανά στην επιφάνεια αυτή την παλιά εθνική κασέτα. Αντί να συζητήσουμε σοβαρά πώς θα μπει τάξη στη μικροκινητικότητα, πώς θα προστατευθούν πεζοί και χρήστες, πώς θα δημιουργηθεί ένα ασφαλές δίκτυο μετακίνησης μέσα στην πόλη, φτάσαμε πάλι στο γνωστό συμπέρασμα: να την απορρίψουμε γιατί δεν έχουμε ποδηλατοδρόμους. 

Να μη φτιάξουμε ποδηλατοδρόμους γιατί δεν έχουμε δρόμους. Να μη μειώσουμε χώρο από το αυτοκίνητο, γιατί κάπου πρέπει να το παρκάρουμε. Την ίδια στιγμή, παραπονιόμαστε ότι δεν αντέχουμε άλλο να περνάμε δύο ώρες στην κίνηση του Κηφισού – κι ας βολεύει εμάς που κάνουμε πρωινό ραδιόφωνο. Φανταστείτε έχουν δημιουργηθεί δύο prime time ζώνες λόγω κυκλοφοριακής ασφυξίας, μια το πρωί μια το απόγευμα. 

Αλλά παραπονιόμαστε ότι η πόλη έχει πνιγεί. Ότι δεν υπάρχουν λεωφορεία. Ότι οι αποστάσεις έχουν γίνει αβίωτες. Παρακολουθούμε για χρόνια τη συζήτηση για τους ποδηλατοδρόμους, για το τρένο, για τον σιδηρόδρομο, για τις αστικές συγκοινωνίες, για το πώς θα πάψει το αυτοκίνητο να είναι το μοναδικό σοβαρό μέσο μετακίνησης. Και κάθε φορά, λίγο πριν γίνει το βήμα, εμφανίζεται η ίδια αντίσταση: «Δεν γίνεται εδώ. Δεν έχουμε την κουλτούρα».

Πριν λίγες μέρες εγκαινιάστηκε ξανά η σιδηροδρομική σύνδεση Θεσσαλονίκη-Φλώρινα. Μπορεί στη νότια Ελλάδα να πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, αλλά στη βόρεια Ελλάδα ήταν είδηση χαράς. Μια πόλη στην άκρη του χάρτη συνδέεται ξανά με τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Κι όμως, έγινε είδηση σχεδόν πανηγυρική, γιατί στην Ελλάδα το αυτονόητο έχει αποκτήσει πια τον χαρακτήρα επιτεύγματος.

Η κουλτούρα χτίζεται. Με υποδομές, με κανόνες, με επιβολή, με επιμονή και εκπαίδευση. Πρώτα κάνεις τον χώρο, μετά έρχεται η συνήθεια. Πρώτα φτιάχνεις το δίκτυο, μετά δημιουργείται ο χρήστης. Πρώτα βάζεις λεωφορεία που περνούν στην ώρα τους, μετά ζητάς από τον πολίτη να αφήσει το αυτοκίνητο. Ή φροντίζεις να το κάνεις παράλληλα.

Αυτό που ονομάζουμε «δεν έχουμε την κουλτούρα» είναι συχνά ένας πολύ βολικός τρόπος να μην παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε σχέδιο και, ακόμα χειρότερα, ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν θέλουμε να έχουμε. Γιατί κάθε αλλαγή στον δημόσιο χώρο σημαίνει ότι κάποιος θα χάσει ένα προνόμιο που είχε συνηθίσει να θεωρεί φυσικό δικαίωμα. Τη θέση στάθμευσης πάνω στο πεζοδρόμιο και την άνεση να διπλοπαρκάρει. Έχει την πεποίθηση ότι ο δρόμος του ανήκει. 

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η νοοτροπία δεν ανήκει σε μία ιδεολογική παράταξη. Διαπερνά τους πάντες. Δεξιούς, αριστερούς, κεντρώους, προοδευτικούς, συντηρητικούς, ακόμα και τους πιο αντισυστημικούς. Το είδαμε και με το μετρό στα Εξάρχεια. Άνθρωποι που κατά τα άλλα διεκδικούν δημόσιο χώρο, κοινωνική ισότητα, πρόσβαση και δικαιώματα, βρέθηκαν να αντιδρούν σε ένα μέσο μαζικής μεταφοράς επειδή διατάρασσε τη δική τους εικόνα για τη γειτονιά. 

Αν θέλεις να πας μια εκδρομή με το ποδήλατο χρησιμοποιώντας το τρένο, δεν είσαι γραφικός. Αν θέλεις να μετακινηθείς με πατίνι για τρία χιλιόμετρα αντί να πάρεις αυτοκίνητο, δεν είσαι απειλή για τον πολιτισμό. Αν ζητάς ποδηλατοδρόμους που δεν σταματούν στη μέση του πουθενά, πεζοδρόμια ελεύθερα, δεν είσαι εχθρός της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Είσαι ένας πολίτης που ζητάει τα βασικά.

Διαδηλώνουμε για την Παλαιστίνη, για τη Γάζα, για την Ουκρανία, για κάθε ταλαιπωρημένο λαό του πλανήτη –και καλά κάνουμε– αλλά σπανίως διαδηλώνουμε για τις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας. Ίσως γιατί τα μεγάλα διεθνή ζητήματα μας επιτρέπουν να είμαστε ηθικοί χωρίς να αλλάξουμε συνήθειες  ενώ τα μικρά, τα καθημερινά, μας ζητούν να μετακινηθούμε κι εμείς λίγο από τη θέση μας.

Η Ελλάδα δεν πάσχει επειδή δεν έχει κουλτούρα. Πάσχει επειδή έχει μάθει να χρησιμοποιεί την έλλειψη κουλτούρας ως μόνιμη υπεκφυγή. Καιρός λοιπόν να τελειώνουμε με αυτή την καραμέλα. Δεν γεννήθηκαν οι Ολλανδοί πάνω σε ποδήλατο, ούτε οι Άγγλοι σε ουρά. Οι κοινωνίες εκπαιδεύονται και μέσα από τις υποδομές τους και από την επιμονή τους να κάνουν το σωστό μέχρι να γίνει αυτονόητο».

                        (Απόσπασμα άρθρου της Ε.Μπινάζη από την ΑΤΗensvoice)

 


Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Χωρίς... σχόλια


                                                                                                                   ( ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Απόψεις...

 

«Επεισόδια» στο Αριστοτέλειο. Ρόπαλα, κράνη, τραυματίες, προσαγωγές, καμία σύλληψη. Θύματα, φοιτητές. Το απόγευμα η παράσταση επαναλήφθηκε στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Αλλοι τραυματίες εδώ, άλλες προσαγωγές. Τα θύματα και πάλι φοιτητές. Τα συνήθη επεισόδια, εξίσου κοινά με τα τροχαία. Οι πανεπιστημιακές αρχές στεντορεία τη φωνή διακηρύσσουν ότι θα τηρηθεί η νομιμότητα. Πόσες φορές το έχουμε ακούσει; Και πόσες φορές θα το ξανακούσουμε; Η νομιμότητα, πάντως, θα τηρηθεί ώσπου να τηρηθεί. 

Ομως όλ’ αυτά είναι τόσο χιλιοειπωμένα που δεν αξίζει καν τον κόπο να τα σχολιάσει κάποιος. Δεν είναι καν είδηση. Οπως φαίνεται ότι δεν είναι είδηση ότι αθωώθηκαν οι τραμπούκοι που είχαν κρατήσει όμηρο τον πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου και του είχαν κρεμάσει μια ταμπέλα στον λαιμό. Αν κατάλαβα καλά, το επιχείρημα της προέδρου του δικαστηρίου είναι ότι αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών. Φαίνεται ότι η ταμπέλα δεν ήταν ακριβώς ταμπέλα και δεν κρεμόταν από τον λαιμό του. 

Το ζήτημα δεν είναι πολιτικό. Είναι ψυχιατρικό. Αντιθέτως, νομίζω ότι θα είχε σημασία να μελετούσε κάποιος την ταυτότητα αυτών των τύπων. Αλήθεια, ποιοι είναι; Τι κάνουν στη ζωή τους όταν δεν ορμούν με ρόπαλα; Ποιοι τούς ζουν; Δουλεύουν; Είναι κοινός υπόκοσμος. 

Οι ληστές των τραπεζών που συνελήφθησαν χθες προέρχονται από το θηριοτροφείο των Εξαρχείων.Στις ειδήσεις αναφέρονται ως «αντιεξουσιαστές». Για να τους εξορκίσουμε τους δίνουμε πολιτική ταυτότητα, χωρίς να αναρωτιόμαστε ποια είναι η σημασία της; Δεν έχω ακούσει κάποιον από δαύτους να περιγράφει τον εαυτό του και να εξηγεί τι θα πει «είμαι αντιεξουσιαστής». Είναι εναντίον κάθε εξουσίας, εκτός από την εξουσία που ασκεί ο ίδιος με κράνη, μαχαίρια και βαριοπούλες. 

Και σε ποια εξουσία εναντιώνονται όταν στέλνουν στο νοσοκομείο φοιτητές; Προφάσεις εν αμαρτίαις. Απλώς, αν τους αποκαλέσεις τραμπούκους ή απλώς αλήτες ρίχνεις το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου. Και, προς Θεού, όλοι θέλουμε να κρατήσουμε κάποιο επίπεδο. Και παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι δίνοντάς τους πολιτική ταυτότητα κολακεύουμε την ψυχασθένειά τους. Ο «αντιεξουσιαστής» μπορεί να περιφέρει τον ναρκισσισμό του χωρίς να ντρέπεται. 

Πόσο απέχουν αυτοί οι «αντιεξουσιαστές» από τους δολοφόνους της Μαρφίν, που και αυτοί κουβαλούν στη συνείδησή τους ως άλλοθι κάποια πολιτική ταυτότητα; Ας μην κοροϊδευόμαστε. Βήματα μπορεί να έχουν γίνει, όμως η ατμόσφαιρα του δημόσιου πανεπιστημίου εξακολουθεί να εντάσσεται στη συλλογή όσων κάνουν τη ζωή στη χώρα απογοητευτική. 

Ας βρούμε το θάρρος να μην κολακεύουμε όλους αυτούς με διάφορα καλλωπιστικά πολιτικά χαρακτηριστικά. Μέλη του υποκόσμου είναι, που δεν έχουν καν το θάρρος να το παραδεχθούν».

                                                      (Τ. Θεοδωρόπουλος-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Ρήσεις...



 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...