«Τα τελευταία χρόνια όμως κάτι έχει αλλάξει. Ισως επειδή ο χειμώνας άρχισε να μας κάνει ghosting. Ερχεται για λίγο, λέει ένα γρήγορο «γεια», ρίχνει δυο κρύα πρωινά κι έναν αέρα που σου παγώνει το πρόσωπο και μετά εξαφανίζεται. Οι εποχές συμπιέζονται, ο χειμώνας μικραίνει, γλυκαίνει, σχεδόν εξευγενίζεται. Κι εμείς, αντί να χαιρόμαστε για την παρατεταμένη καλοκαιρία, πιάνουμε τον εαυτό μας να λέει «άντε επιτέλους να δούμε και λίγο χειμώνα». Να φορέσουμε ένα πουλόβερ χωρίς να ιδρώσουμε, να βάλουμε παλτό χωρίς να το κουβαλάμε στο χέρι μετά τις δώδεκα το μεσημέρι.
Το κρύο, από εχθρός, έχει γίνει κάτι σαν παλιός γνωστός που μας λείπει. Ενας καπετάνιος που επιστρέφει σπίτι ελάχιστες μέρες το χρόνο. Οχι το βαρύ, το ανελέητο κρύο, αλλά εκείνη η καθαρή παγωνιά που δικαιολογεί τη σούπα κι ένα μπράντι το βράδυ, στον καναπέ με το κουβερτάκι πάνω σου. Ενα κρύο που σε κάνει να εκτιμάς τη ζεστασιά, όχι να τη θεωρείς δεδομένη. Γιατί όταν όλα είναι μόνιμα χλιαρά, τίποτα δεν ξεχωρίζει και όλα μοιάζουν κάπως ίδια. Κάποτε ο χειμώνας είχε ρόλο. Ηταν η εποχή της παύσης, της εσωστρέφειας και της συγκέντρωσης.
Ο καιρός δεν είναι πια σταθερό σημείο αναφοράς. Είναι απρόβλεπτος, νευρικός, σαν να μην ξέρει και ο ίδιος τι εποχή θέλει να είναι. Κι εμείς, ως λαός που πάντα οργάνωνε τη ζωή του γύρω από το κλίμα, από το πότε θα ανοίξει τα σπίτια στο χωριό μέχρι το πότε θα βγάλει τα τραπεζάκια έξω, νιώθουμε μια παράξενη αστάθεια. Σαν να χάσαμε ένα κοινό ημερολόγιο και μια κοινή συνεννόηση με τη φύση. Σαν να ζούμε μόνιμα σε μια μεταβατική εποχή που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Ισως γι’ αυτό προσμένουμε πια το κρύο με μια περίεργη χαρά, παρόλο που ξέρουμε ότι η τσέπη μας το πληρώνει ακριβά στη ΔΕΗ και στο πετρέλαιο. Οχι γιατί αγαπήσαμε ξαφνικά τον χειμώνα, αλλά γιατί μας θυμίζει ότι κάτι ακόμα λειτουργεί όπως παλιά. Οτι υπάρχει ακόμα μια αλλαγή, μια εναλλαγή, ένα «τώρα είναι αλλιώς».
Δεν ξέρουμε πώς θα είναι οι χειμώνες του μέλλοντος. Ξέρουμε όμως ότι ήδη τους
βλέπουμε αλλιώς. Με λιγότερη γκρίνια και περισσότερη προσμονή. Σαν κάτι που δεν
είναι πια δεδομένο αλλά μια σύντομη εμπειρία που πρέπει να προλάβεις να ζήσεις.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ελληνικό από όλα. Να αρχίζουμε να
εκτιμάμε κάτι τη στιγμή που κινδυνεύουμε να το χάσουμε. Ακόμα κι αν αυτό το
κάτι είναι ο υδράργυρος που πέφτει».
(Λ. Σταμπούλογλου-protagon.gr)
«Το 1949, τον εμφύλιο πόλεμο δεν τον κέρδισε η Δεξιά, όπως υποστηρίζει το αριστερό αφήγημα. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο εμφύλιος δεν ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Ηταν μια σύγκρουση ανάμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, που εκπροσωπούσε στη χώρα μας τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό, και στις πολιτικές δυνάμεις που αντιμετώπιζαν την Ελλάδα ως κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και είχαν συνταχθεί με τις δυτικοευρωπαϊκές δημοκρατίες και τις ΗΠΑ.
Δεν χρειάζεται να είσαι ιστορικός για να ξέρεις ότι το
πρώτο μετεμφυλιακό κράτος ήταν τύποις και ονόματι κοινοβουλευτική δημοκρατία,
όμως στην πραγματικότητα, με τον αυταρχισμό του έδινε παράταση στο πνεύμα του
εμφυλίου, που παρέμενε ζωντανό στο έδαφος της ελληνικής κοινωνίας.Παρ’ όλα
αυτά, από τη δεκαετία του ’50 ήδη είχαν εμφανισθεί οι πολιτικές δυνάμεις που
επεδίωκαν τη μετάλλαξη του μετεμφυλιακού κράτους σε μια δημοκρατία
δυτικοευρωπαϊκού τύπου».
(Τ. Θεοδωρόπουλος-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου