«Η δολοφονία του Γιώργου Λυγγερίδη είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα κοινωνικής αγριότητας. Ο άνθρωπος σκοτώθηκε εν ψυχρώ από μια ναυτική φωτοβολίδα. Πέθανε έπειτα από μερικές ημέρες νοσηλείας με φριχτούς πόνους υποθέτω, αφού η φωτοβολίδα συνέχισε να καίει μέσα στο σώμα του ώσπου να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ο δολοφόνος του δεν τον γνώριζε, δεν είχαν προηγούμενα, δεν είχε καν δει το πρόσωπό του. Παρ’ όλα αυτά, απ’ ό,τι φαίνεται τον σημάδεψε σε ευθεία βολή. Ηξερε τι έκανε; Ναι. Στον βαθμό που όλοι αυτοί ξέρουν τι κάνουν.
Μυαλά ενδεχομένως καμένα από διάφορες ουσίες, μυαλά πάντως ακυρωμένα από έναν φανατισμό που ούτε οι ίδιοι δεν μπορούν να τον εξηγήσουν με δικά τους λόγια. Χουλιγκάνοι, τσούρμο φασισταριών, κοινές εγκληματικές συμμορίες. Δεν έχει καν το δικαιολογητικό της αγάπης του για την ομάδα η οποία, όσο κι αν μου είναι ακατανόητη, δεν ισχύει καν για την περίπτωσή του. Σκότωσε ύστερα από έναν αγώνα άνευ σημασίας, με μόνο κίνητρο τα ρατσιστικά αντανακλαστικά που προκαλεί σε όλους αυτούς η εμφάνιση της αστυνομίας. Φαντασθείτε τι θα είχε γίνει αν το θύμα δεν ήταν ο Λυγγερίδης αλλά ο δολοφόνος του. Θα είχε καεί η Αθήνα στο όνομα της αστυνομοκρατίας.
Οι φανατικοί της
αλητοκρατείας αντιμετωπίζονται σαν τα τροχαία.Ο ρατσισμός κατά της αστυνομίας
δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα. Είναι μία από τις αρρώστιες της
δημοκρατίας μας, που την κληρονομήσαμε από τα χρόνια της χούντας. Το εύρος του
είναι μεγάλο: κινείται από την παραβατικότητα στην καθημερινή ζωή και φτάνει
έως τη βαριά εγκληματικότητα, όπως είναι η δολοφονία του Γιώργου Λυγγερίδη».
(Τ. Θεοδωρόπουλος-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
«Η Αριστερά επιχειρεί να μας πείσει ότι εμείς ευθυνόμαστε για το γεγονός ότι μερικά εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα —και σύντομα μερικές δεκάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο— εγκαταλείπουν τις χώρες τους και επιθυμούν, χωρίς την άδειά μας, να εγκατασταθούν στις δικές μας. Στο ιδεολογικό της πλαίσιο, τα κράτη θεωρούνται τεχνικά κατασκευάσματα του καπιταλισμού και η ελεύθερη μετακίνηση όλων παντού παρουσιάζεται ως αυτονόητο δικαίωμα.Υπό αυτό το πρίσμα, όσοι εισέρχονται χωρίς την άδεια των αρχών σε μια χώρα δεν είναι «παράνομοι» ή «λαθρομετανάστες», αλλά απλώς «παράτυποι».
Ποιες είναι, όμως, οι διαφορές αυτών των λέξεων και πώς θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται;Παράτυπος είναι κάποιος που δεν τηρεί τους τύπους — όχι κατ’ ανάγκην τους νόμους. Αν, για παράδειγμα, εμφανιστώ σε γάμο ντυμένος με βερμούδα και σαγιονάρες αντί για κοστούμι, δεν παραβιάζω κάποιον νόμο, αλλά τους κοινωνικούς τύπους και τις συνήθειες.Αντίθετα, κάποιος που εισέρχεται σε μια χώρα χωρίς διαβατήριο και βίζα, εκτός σημείων ελέγχου, παραβιάζει τους νόμους της χώρας και είναι παράνομος. Αν μάλιστα εισέλθει κρυφά, τη νύχτα, από αφύλακτες διαβάσεις, εισέρχεται λαθραία.
Η ετυμολογία είναι σαφής:Παράτυπος:
παρά- (εκτός) + τύπος (καθιερωμένη διαδικασία)Παράνομος: παρά- (εκτός) +
νόμοςΛάθρα: κρυφά, στα μουλωχτά, με πρόθεση αποφυγής ελέγχου, εκτός θεσμικού
και νομικού πλαισίουΕπομένως, κάποιος που εισέρχεται σε μια χώρα χωρίς την
έγκριση των αρμόδιων αρχών δεν είναι απλώς παράτυπος· είναι παράνομος,
χρησιμοποιώντας μάλιστα λαθραίες μεθόδους».
(Κ. Στούπας-liberal.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου