«Αν θέλουμε πραγματικά brain gain και όχι απλώς να κουνάμε σημαίες σε συνέδρια, πρέπει να δούμε τους αριθμούς. Ψυχρά. Ρεαλιστικά. Χωρίς φετίχ για το «κοινωνικό κράτος». Γιατί η αλήθεια είναι αδυσώπητη: στην Ελλάδα του 2025, το κράτος παίρνει τη μερίδα του λέοντος από την εργασία - και ειδικά από την παραγωγική εργασία.Δύο εργαζόμενοι, και οι δύο με ένα παιδί. Ο πρώτος κοστίζει στον εργοδότη του 121.784 ευρώ το χρόνο και καταλήγει με 56.613 καθαρά στο σπίτι. Ο δεύτερος κοστίζει 50.489 ευρώ το χρόνο και του μένουν 28.308. Δηλαδή, ο δεύτερος παίρνει σχεδόν τα μισά, και όμως κοστίζει μόνο το 41% του πρώτου. Το κοινό τους χαρακτηριστικό; Είναι και οι δύο στυγνοί φορολογικοί στόχοι.
Το μήνυμα του κράτους είναι σαφές: όσο περισσότερο δουλεύεις και αμείβεσαι, τόσο λιγότερο σου ανήκει το προϊόν του κόπου σου. Αν πλησιάσεις τα 100.000 ευρώ μικτά, πάνω από το μισό σου εισόδημα εξατμίζεται πριν φτάσει στην τσέπη σου. Αν μείνεις χαμηλά, το κράτος σου επιτρέπει να αναπνέεις, αλλά ποτέ να προοδεύσεις.
Η Ελλάδα δεν έχει απλώς υψηλούς φόρους και εισφορές. Έχει ένα σύστημα τιμωρητικό. Ένα σύστημα που στήθηκε όχι για να ανταμείβει την παραγωγικότητα, αλλά για να συντηρεί τη μετριότητα μέσω αναδιανομής. Ο εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα, αυτός που πληρώνει παράγει 28 μισθούς τον χρόνο για να κρατήσει το κράτος τους μισούς (για φόρους και εισφορές), είναι ο μεγάλος χαμένος..Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το Euronews τον περασμένο Μάιο, η Ελλάδα παραμένει μια από τις πιο εχθρικές χώρες στην Ευρώπη για τον εργαζόμενο της μεσαίας και ανώτερης εισοδηματικής κλίμακας.
Η Ελλάδα δεν έχει
κανένα μέλλον ως χώρα υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Αν θέλουμε να
κρατήσουμε τα μυαλά εδώ ή να φέρουμε πίσω εκείνα που έφυγαν, πρέπει να
σταματήσουμε να φορολογούμε την παραγωγικότητά τους σαν έγκλημα. Πρέπει να
πάψουμε να τιμωρούμε την αριστεία και να απομυζούμε την εργασία. Η βελτίωση των
συνθηκών διαβίωσης μέσω της σκληρής δουλειάς και της παραγωγικότητας δεν είναι
ντροπή. Είναι η βάση κάθε υγιούς κοινωνίας.Διαφορετικά, κάθε συζήτηση περί
brain gain θα παραμένει κενό σλόγκαν».
(Αλ. Σκούρας-libral.gr)
«Η «ταχύτερη από τον μέσο όρο της ΕΕ» ανάπτυξή μας οφείλεται κυρίως στη στασιμότητα των πλουσιότερων χωρών της ΕΕ –όπως της Γερμανίας, Γαλλίας, Ολλανδίας, Αυστρίας. Αντιθέτως, οι χώρες με τις οποίες πραγματικά συγκρινόμαστε, δηλαδή οι φτωχότερες χώρες της Ένωσης, κινούνται με ρυθμούς ίσους ή ταχύτερους από τους δικούς μας. Έτσι, η σχετική μας θέση επιδεινώνεται. Ακόμη και η Βουλγαρία, το μόνιμο «τελευταίο» μέλος στους δείκτες σύγκλισης, αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια ταχύτερα από εμάς –και είναι πλέον πιθανό να μας προσπεράσει.Αντί, λοιπόν, να επαναπαυόμαστε σε εύπεπτες στατιστικές και να καθησυχάζουμε τους εαυτούς μας (όπως έχουμε κάνει στο πρόσφατο παρελθόν, με καταστροφικές συνέπειες) ότι «συγκλίνουμε επειδή τρέχουμε λίγο πιο γρήγορα από τον μέσο όρο» οφείλουμε να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα απομακρύνεται σταδιακά από τις χώρες με τις οποίες συγκροτεί την ομάδα των φτωχότερων κρατών-μελών.
Το εφιαλτικό ενδεχόμενο να καταστούμε ουραγοί –αδιανόητο πριν λίγα χρόνια– προβάλλει πλέον, δυστυχώς, ως κάτι πιθανό.Με βάση το κατά κεφαλή ΑΕΠ του 2024, οι χώρες της ΕΕ μπορούν να χωριστούν σε δύο ίσες ομάδες: τις 13 πλουσιότερες (που συγκεντρώνουν το 80% του συνολικού ΑΕΠ) και τις 13 φτωχότερες, με την Ισπανία να είναι η «διάμεσος» χώρα.
Η Ελλάδα
ανήκει στη δεύτερη ομάδα και, μάλιστα, ταξινομείται μία θέση κάτω από το μέσον
της.Το σύνολο των χωρών αυτής της ομάδας, πλην Πορτογαλίας, εντάχθηκαν στην ΕΕ
μετά το 2004 –δηλαδή μετά από εμάς (1996: Πορτογαλία. 2004: Τσεχία, Εσθονία,
Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία. 2007: Βουλγαρία,
Ρουμανία. 2013: Κροατία). Είναι, συνεπώς, εύλογο η σύγκριση να αρχίζει από
εκεί.
(Κ.Γάτσιος
–ot.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου