Παρακολουθώντας κάποια πλάνα από αγώνες αθλημάτων σε κλειστά
γήπεδα δεν μπορεί κανείς να μην κάνει μια σύγκριση με τα… δικά μας. Το κλειστό
της Πάτρας, ας πούμε (ένα από αυτά που διαθέτει η πόλη) ή εκείνο της Καρδίτσας
ή της Λάρισας τι σχέση μπορεί να έχει με αυτό που εμείς λέμε «ΝEO KΛEIΣTO» των 450 θέσεων; Και μιλάμε για μια πόλη με πάνω από 130.000
πραγματικό πληθυσμό. Το δεύτερο κλειστό, εκείνο της Λιμνοπούλας, είναι από τα
πιο παλιά της χώρας αφού ξεκίνησε τη λειτουργία του στα τέλη της δεκαετίας του
70 (!) και ακόμη λειτουργεί κανονικά με χωρητικότητα 300 όλων κι όλων θεατών.
Το νέο κλειστό της Καρδίτσας, όμως, έχει χωρητικότητα 3.500
θεατών και λειτουργεί από το 2019. Το κεντρικό κλειστό της Πάτρας
κατασκευάστηκε το 1995 και ήταν ένα από τα τρία όμοια που κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του ’90 μαζί με αυτό του Περιστερίου και της Νεάπολης
στη Λάρισα. Είναι χωρητικότητας 4.200 θεατών που μπορεί να αυξηθεί κατά 1.000
θέσεις. Έχει ξύλινο παρκέ, φωτισμό τύπου led και κλιματίζεται.
Κι εμείς εδώ διαβάζουμε ότι το ξεχαρβαλωμένο λυόμενο
ξιφασκίας που έφερε από την Αθήνα με
κάτι εκατομμύρια, πανηγυρίζοντας, ο Περιφερειάρχης -για να το κάνει τι ακριβώς,
κανένας δεν κατάλαβε- μένει να σκουριάζει διαλυμένο κάπου εκεί στον Κατσικά.
Δηλαδή, όταν οι άλλοι έφτιαχναν κλειστά γυμναστήρια διεθνών προδιαγραφών εμείς
κοιτούσαμε τα τρένα να περνούν. Για τέτοιες επιτυχίες μιλάμε. Αλλά μήπως και
στις υπόλοιπες υποδομές πηγαίνουμε καλύτερα;
Δημαρχείο κανονικό δεν υπάρχει. Το κτίσμα που φιλοξενεί ένα
μικρό μέρος του είναι του… 1928! Οι υπηρεσίες του είναι διασκορπισμένες
σε διάφορα κτίρια, χωρίς λειτουργική σύνδεση.
Το κτίριο που στεγάζει την Περιφέρεια -πρώην Νομαρχία,
είναι του 1935!
Το Δικαστικό Μέγαρο
είναι δεκαετίας΄70. Ανεπαρκές σε μέγεθος, ενεργειακά παρωχημένο και με
ελλείψεις σε χώρους υποστήριξης. Αντί για ένα σύγχρονο κέντρο δικαιοσύνης, η
πόλη διαθέτει ένα γερασμένο κέλυφος που σφηνώνει λειτουργίες σε ανεπαρκείς χώρους.
Σε άλλες πόλεις (π.χ. Λάρισα, Βέροια, Καβάλα), έχουν ανεγερθεί ή σχεδιαστεί
σύγχρονα δικαστικά μέγαρα, προσαρμοσμένα στα σημερινά πρότυπα.
Η Δημοτική Βιβλιοθήκη φιλοξενείται σε κτίριο παλιών λουτρών του
1931. Έχετε δει εκείνη της Κοζάνης;
Το Μουσικό Σχολείο στεγάζεται σε ακατάλληλες και
αποσπασματικές εγκαταστάσεις αντί για εξειδικευμένο κτίριο με ακουστική μελέτη,
αίθουσες συναυλιών, υποδομές για εργαστήρια μουσικής. Αν συγκριθεί με το
αντίστοιχα Μουσικά της Λάρισας, της Δράμας, του Αγρινίου, της Λευκάδας ή των
Σερρών, η διαφορά είναι χαώδης. Αλλά και τα υπόλοιπα Σχολεία σε τι κατάσταση
βρίσκονται; Πότε κατασκευάστηκε το τελευταίο σύγχρονο Σχολικό Συγκρότημα; Δεν
θυμάται κανείς…
Ιστορικά κτίρια, όπως η Ζωσιμαία στο παλιό ΚΤΕΛ που είναι του 1828, η Ζωσιμαία Ακαδημία του 1937, η Καπλάνειος του 1926, η Παπαζόγλειος του β' μισού του 19 αιώνα χρησιμοποιούνται ακόμη για εκπαιδευτικούς σκοπούς, παρά το γεγονός ότι η λειτουργική τους καταλληλότητα είναι ξεπερασμένη. Οι περισσότερες σχολικές υποδομές είτε είναι μεταπολεμικές (1950–1970), είτε έχουν υποστεί απλές επιδιορθώσεις, όχι αντικατάσταση ή ουσιαστική ανακατασκευή. Δεν υπάρχει ένα εμβληματικό σύγχρονο σχολικό συγκρότημα τύπου campus, όπως σε άλλες μεσαίου μεγέθους ελληνικές πόλεις. Ενεργοβόρα κτίσματα, ανεπαρκείς χώροι, ακατάλληλη πρόσβαση για άτομα με αναπηρία. Η Παιδεία στα Γιάννενα στηρίζεται σε κτίρια που θα έπρεπε να είναι μουσεία, όχι αίθουσες διδασκαλίας. Και όσο αυτή η εικόνα θεωρείται “φυσιολογική”, η πόλη θα παραμένει μια νοσταλγική καρτ-ποστάλ του΄70 με παλιά θρανία.
Το Δημοτικό Ωδείο είναι κτίσμα του 1895 και διαθέτει ακόμη και
σήμερα τα παλιά φθαρμένα ξύλινα κουφώματα. Καμία απολύτως σχέση με τα σύγχρονα Δημοτικά Ωδεία που
διαθέτουν πόλεις πολύ μικρότερες από τη δική μας.
Το ένα και μόνο Κολυμβητήριο είναι επίσης παλιό κτίσμα της δεκαετίας
του΄70 που δεν μπορεί να συγκριθεί σε καμία περίπτωση με εκείνα άλλων πόλεων
της χώρας όπως της Καβάλας, του Λάρισας ή της Δράμας και φυσικά δεν καλύπτει
τις ανάγκες μιας πόλης που αριθμεί δεκάδες χιλιάδες νέους και φοιτητές. Η
κατάστασή του θυμίζει περισσότερο επαρχιακή εγκατάσταση του 1985 παρά ευρωπαϊκή
πόλη του 2025.
Να μην πούμε για τη Δημοτική αγορά που παρόμοιο χάλι δεν θα βρούμε
πουθενά. Σύμβολο αδράνειας των τελευταίων Δημοτικών Αρχών που την
άφησαν να απαξιωθεί εντελώς. Σε πολλές άλλες πόλεις, οι δημοτικές αγορές έχουν
γίνει σημεία αναφοράς για τουρισμό, τη γαστρονομία και την τοπική οικονομία. Σε μας είναι σημείο
εγκατάλειψης.
Να σημειώσουμε δε, ότι κανένα από τα προαναφερθέντα κτίρια δεν διαθέτει θέσεις πάρκινγκ.
Να μην πούμε για τα πάρκα μας, τις παιδικές χαρές, τους
αρχαιολογικούς χώρους, τα ανύπαρκτα θερινά σινεμά…
Το Άλσος, που θα έπρεπε
να είναι το στολίδι της πόλης, ένας πραγματικός χώρος αναψυχής για οικογένειες,
περιπάτους και πολιτισμό είναι ένας χώρος με βανδαλισμένες υποδομές, σκουπίδια
και κατεστραμμένα παγκάκια, ελλιπή φωτισμό και μια γενική εικόνα εγκατάλειψης
που απωθεί αντί να προσελκύει. Κάθε νέα «παρέμβαση» είναι πρόχειρη,
αποσπασματική και χωρίς σχέδιο διαχείρισης. Και ενώ ο δημόσιος χώρος σε πολλές
πόλεις μεσαίου μεγέθους έχει αναβαθμιστεί σημαντικά, εδώ παραμένει ο ίδιος,
απλώς πιο φθαρμένος.
Τα Λιθαρίτσια είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη του πώς
ένας χώρος πρασίνου και περιπάτου, υποβαθμίστηκε σε χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων,
χώρο σκουπιδιών και χώρο με αμφιλεγόμενη νυχτερινή χρήση (κλαμπ, μπαρ κ.λπ.)
Οι παιδικές χαρές είναι άλλη μια πονεμένη ιστορία με παιχνίδια
παλιά και άλλα σπασμένα ή σκουριασμένα (δείτε εκείνη στου Κατσάρη, η άλλη στον
Κουραμπά διαλύθηκε με ευθύνη του Δήμου αφού έφτασε στο απροχώρητο σημείο
εγκατάλειψης), χωρίς κανονισμό και
πρότυπα ασφαλείας. Μια-δυο “βιτρίνες” αναπλάσεων δεν αλλάζουν το σκηνικό.
Με λίγα λόγια, αν δεν υπήρχαν οι ευεργέτες και τα κληροδοτήματα να αφήσουν κτίρια του προηγούμενου αιώνα ώστε να στεγαστούν εκεί οι δημόσιες υπηρεσiες (Περιφέρεια, Δημαρχείο,Βιβλιοθήκη, Δ/θμια Εκπ/ση, Σχολεία [Ζωσιμαίες- Καπλάνειος - Παπαζόγλειος – ΔΗΠΕΘΕ κτλ]. οι σύγχρονοι τοπικοί μας άρχοντες ποιο ακριβώς έργο εκσυγχρονισμού των υποδομών της πόλης έχουν να επιδείξουν;
Και ενώ παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αποκτήσει η πόλη σύγχρονες υποδομές, αντί να τεθεί επί τάπητος ένα σοβαρό σχέδιο αξιοποίησης μέρους του Στρατοπέδου Βελισσαρίου για νέες υποδομές — σχολεία, δημόσιες υπηρεσίες, πολιτιστικά και αθλητικά κέντρα, που θα απαντούν στις ανάγκες των επόμενων δεκαετιών, περιοριζόμαστε στο ρηχό και επικοινωνιακό σύνθημα του κ.Μπέγκα: «το θέλω όλο να το κάνω πάρκο», τη στιγμή που ο ίδιος δηλώνει πως δεν διαθέτει τα μέσα και την ικανότητα να συντηρήσει ούτε το υπό ανάπλαση πάρκο Πυρσινέλλα (Γιαννιώτικο Σαλόνι).
Το αίτημα λοιπόν για ένα πολύ πολύ μεγαλύτερο πάρκο που θα κολλήσει δίπλα στο υπάρχον μοιάζει περισσότερο με πολιτική βιτρίνα παρά με σοβαρή πρόταση. Πού είναι η μελέτη,το χρονοδιάγραμμα ή οι πηγές χρηματοδότησης; Η κίνηση λοιπόν μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή φιέστα — να φανεί ότι «ο δήμαρχος διεκδικεί» —παρά με υπεύθυνη διαχείριση του δημόσιου χώρου. Και πολύ φοβόμαστε ότι σε λίγο ούτε το στρατόπεδο θα είναι διαθέσιμο…
Κι αν βγούμε και λίγο παραέξω και πάμε μέχρι τη Δωδώνη, με ένα ιστορικό βάθος άκρως σημαντικό και ένα μοναδικό φυσικό τοπίο, θα δούμε πώς μπορεί να απαξιωθεί ένας χώρος με ιστορική αξία χωρίς στοιχειώδεις υποδομές που θα έκαναν τον επισκέπτη να μείνει, να ξοδέψει ή να μιλήσει γι’ αυτόν. Η απουσία μουσείου, αναψυκτήριου, υποδομών και ολοκληρωμένου σχεδίου μειώνει δραματικά την επισκεψιμότητα, δεν συνδέει την αρχαιότητα με την τοπική οικονομία και τελικά αφήνει έναν εθνικό θησαυρό θαμμένο στη σιωπή.
Αντίθετα, οι Φίλιπποι για παράδειγμα στην Καβάλα (ή η αρχαία Μεσσήνη στην
Καλαμάτα) διαθέτουν ένα σύγχρονο μουσείο υποδοχής με εκθέματα, οργανωμένο χώρο
στάθμευσης για λεωφορεία και ΙΧ, αναψυκτήριο – cafe, πλήρη σήμανση και
περιπατητικές διαδρομές, υποδομές για άτομα με κινητικές δυσκολίες, ενταγμένο στο
θερινό φεστιβάλ που φέρνει χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Ο χώρος λειτουργεί
ως ζωντανός κόμβος τουρισμού για όλη την περιοχή της Καβάλας. Δηλαδή, ίδιος
τύπος αρχαιολογικού χώρου με τη Δωδώνη, εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα: γιατί
εκεί επενδύθηκε με σχέδιο και συνέπεια.
Η πόλη μας λοιπόν, αν και πρωτεύουσα Περιφέρειας, έχει μείνει απελπιστικά
στάσιμη σε υποδομές, πίσω από ένα γραφικό περίβλημα «παράδοσης» και «ιστορίας»
που δεν γίνεται να λειτουργούν πάντα ως άλλοθι παρουσιάζοντας τη χρήση των
παλιών κτιρίων ως «σεβασμό στην ιστορία» ενώ στην πράξη πρόκειται για μη επένδυση σε νέες υποδομές
και συντήρηση ενός βολέματος. Οι πολίτες βέβαια συχνά το αποδέχονται ως
«φυσιολογικό», επειδή δεν έχουν ζήσει την εμπειρία σύγχρονων δημόσιων υποδομών.
Σε άλλες πόλεις της χώρας έχει υπάρξει μια μετάβαση σε
σύγχρονα διοικητικά κτίρια, με νέες εγκαταστάσεις, ενεργειακά πρότυπα και
λειτουργικότητα. Εδώ πουλάμε μη λειτουργική «παράδοση». Άλλες πόλεις επενδύουν
σε υποδομές για τις επόμενες δεκαετίες, εμείς «καλλωπίζουμε» κτίρια που έπρεπε
να είναι πια Μουσεία και είμαστε ευχαριστημένοι.
Aπό την άλλη, μαζεύουμε πρωτιές σε άλλα πεδία δόξης λαμπρά. Πρώτοι σε αιθαλομίχλη (σχεδόν στον πλανήτη ολόκληρο) και αντιμετώπισή της με ευχολόγια. Πρώτοι σε αδέσποτα, με εκατό νέες εγκαταλείψεις σκυλιών κάθε μήνα, όπως ακούσαμε από επίσημα χείλη. Πρώτοι σε καθυστερήσεις και παρατάσεις δημόσιων έργων όπως της κεντρικής πλατείας...
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο πετυχημένοι ήταν οι τοπικοί μας άρχοντες όλα αυτά τα χρόνια για τις κτιριακές υποδομές της πόλης. Βέβαια, σε ό,τι αφορά υποδομές καθημερινότητας (δρόμοι, πεζοδρόμια, πάρκα, πλατείες, κτίρια κοινής ωφέλειας κτλ.) πρέπει να ξεχωρίσουμε την περίπτωση του κ. Γκόντα που μετέτρεψε το τότε χωριό σε …πόλη. Και επειδή πέρασαν οι εποχές που έδειχναν στους ιθαγενείς καθρεφτάκια και εκείνοι χαίρονταν, ας μην προσπαθούν τώρα να μας πείσουν ότι κάποιες αχρείαστες και κακοφτιαγμένες αναπλάσεις εκατομμυρίων ευρώ (βλ. Κεντρική πλατεία) που γίνονται μάλιστα χωρίς κανένα χρονοδιάγραμμα αποτελούν κάτι σπουδαίο.
Ας δούμε κάποιες από τις σύγχρονες υποδομές ελληνικών πόλεων:
Κλειστό Γυμναστήριο Καρδίτσας
.jpg)


.jpg)


.jpg)




















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου