«Την ώρα που η Ελλάδα βαδίζει μέσα στον μακρύ δημογραφικό της χειμώνα, με τη γεννητικότητα να υποχωρεί διαρκώς, τα χωριά της περιφέρειας να ερημώνουν και τον γηγενή πληθυσμό να συρρικνώνεται χρόνο με τον χρόνο, η Πολιτεία μοιάζει να έχει θέσει ως άμεση προτεραιότητα την υποχρεωτική «ένταξη» πληθυσμών που βρέθηκαν εντός της επικράτειας έχοντας προηγουμένως παραβιάσει τα εθνικά σύνορα.
Το μέσο μέσω του οποίου επιχειρείται αυτή η διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού –κατά τους επικριτές της, κοινωνικής μηχανικής– είναι ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Νόμος 5314/2026) και ειδικότερα το πολυσυζητημένο Άρθρο 154. Πρόκειται για μια διάταξη που προβλέπει τη δημιουργία Συμβουλίων Ένταξης Μεταναστών και «Προσφύγων» (Σ.Ε.Μ.Π.) σε κάθε δήμο της ελληνικής επικράτειας, εισάγοντας, σύμφωνα με τους επικριτές της, έναν νέο θεσμικό μηχανισμό διαχείρισης και ενσωμάτωσης αλλοδαπών στις κατά τόπους κοινωνίες.
Το παιχνίδι των όρων μόνο τυχαίο δεν φαντάζει. Ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «ένταξη» και όχι «αφομοίωση». Η αφομοίωση, υποστηρίζουν όσοι αντιτίθενται στη συγκεκριμένη επιλογή, προϋποθέτει αποδοχή των νόμων, των παραδόσεων και της πολιτισμικής ταυτότητας της χώρας υποδοχής. Η «ένταξη», αντιθέτως, ερμηνεύεται από τους ίδιους ως η de facto αποδοχή της συνύπαρξης παράλληλων κοινωνικών πραγματικοτήτων.
Κατά την ανάγνωση αυτή, οι τοπικές κοινωνίες των ελληνικών δήμων καλούνται να προσαρμοστούν οι ίδιες στις απαιτήσεις –κυρίως μουσουλμανικών, όπως επισημαίνεται– πληθυσμών που εισήλθαν παράνομα στη χώρα, αντί να συμβεί το αντίστροφο. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιος θα επωμιστεί το βάρος αυτής της μετάβασης. Οι επικριτές του μέτρου υποστηρίζουν ότι πρόκειται για τους ίδιους τους δημότες, οι οποίοι βλέπουν τις γειτονιές τους να μεταβάλλονται, την αίσθηση ασφάλειας να κλονίζεται και την κοινωνική συνοχή να δοκιμάζεται.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τα Σ.Ε.Μ.Π. δεν έρχονται να επιλύσουν υπαρκτές παθογένειες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αντιθέτως, παρουσιάζονται ως θεσμικοί «δούρειοι ίπποι», που αποσκοπούν στη νομιμοποίηση και τη μονιμοποίηση της παρουσίας των συγκεκριμένων πληθυσμών, εισάγοντας πολιτικές και κατευθύνσεις που, όπως υποστηρίζεται, ουδέποτε έτυχαν ρητής αποδοχής από τις τοπικές κοινωνίες.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι πρόκειται, κατά τους επικριτές του μέτρου, για ένα αμιγώς γραφειοκρατικό οικοδόμημα. Ένα όργανο που αναμένεται να στελεχωθεί από αιρετούς, “ειδικούς” και, ενδεχομένως, εκπροσώπους ΜΚΟ, οι οποίοι θα καλούνται να χαράσσουν πολιτικές και να εισηγούνται τρόπους εφαρμογής της «ένταξης», με το κόστος να επιβαρύνει τελικά τους Έλληνες φορολογουμένους και χωρίς, όπως επισημαίνεται, την ουσιαστική συμμετοχή των ανθρώπων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στην τελική μορφή του Άρθρου 154 προστέθηκε ένας σαφής γραφειοκρατικός περιορισμός: για να μπορεί κάποιος να συμμετάσχει στο Συμβούλιο, απαιτείται να είναι εγγεγραμμένος στα επίσημα μητρώα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.Μέσα από τη λειτουργία αυτών των θεσμοθετημένων οργάνων, εκφράζεται η ανησυχία ότι οι δήμοι θα βρεθούν σταδιακά αντιμέτωποι με μια μόνιμη και θεσμικά κατοχυρωμένη πίεση, προκειμένου να ανταποκρίνονται σε πολιτισμικά και θρησκευτικά αιτήματα αλλοδαπών πληθυσμών.
Ο προβληματισμός, τονίζουν οι ίδιοι, δεν εντοπίζεται στη θεωρία αλλά στις πιθανές πρακτικές προεκτάσεις: σήμερα, υπό τον μανδύα των “συμβουλών για την ένταξη”, θα μπορούσαν να τεθούν αιτήματα για την παραχώρηση δημόσιων χώρων προς ανέγερση ή λειτουργία χώρων λατρείας, καθώς και για την προσαρμογή τοπικών εθίμων, ώστε να μην “προσβάλλονται”.
Αύριο, κατά την ίδια συλλογιστική, αυτή η θεσμική ανοχή ενδέχεται να μετατραπεί σε διεκδικήσεις που θα αφορούν ενδυματολογικές πρακτικές, ειδικά καθεστώτα κοινωνικής συμπεριφοράς ή ακόμη και αιτήματα για εξαιρέσεις από καθιερωμένες πτυχές του ελληνικού και ευρωπαϊκού τρόπου ζωής.
Όταν, τελικά, ένας δήμος καλείται εκ των άνω να “εντάξει” με όρους που δεν διαμορφώνει ο ίδιος, το μήνυμα που –κατά τους επικριτές της διάταξης– εκπέμπεται είναι σαφές: ότι η τοπική κοινωνία οφείλει να υποχωρήσει, παραχωρώντας σταδιακά χώρο, επιρροή και μέρος της ταυτότητάς της σε μια διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα, η οποία, όπως υποστηρίζεται, δεν επιδιώκει πάντοτε να προσαρμοστεί στα χαρακτηριστικά της χώρας που τη φιλοξενεί».
(Aπόσπασμα άρθρου του Γ.Γεωργιάδη- Δικηγόρου παρ´ Αρείω Πάγω- f/B)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου