«Όταν κάποιος συμμετέχει σε τυχερά παιχνίδια ξέρει ότι οι
πιθανότητες κέρδους είναι μικρές. Το δομικό, το πρόβλημα υποβάθρου είναι ότι ο
τζόγος, με τον τρόπο που πλασάρεται από πλήθος πλέον εκπομπών, τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών
και διαδικτυακών, αποκτάει θεσμικό χαρακτήρα: απενοχοποιείται, εξευγενίζεται
και μετατρέπεται σχεδόν σε φιλανθρωπία, με "πλασιέ" μερικά από τα
πρώτα ονόματα της δημοσιογραφικής "πιάτσας".
Ήδη, ο ηλεκτρονικός τζόγος έχει απαλείψει τον περιθωριακό,
αρνητικά φορτισμένο χαρακτήρα που είχαν οι φυσικοί του χώροι - καζίνο,
φρουτάκια, χαρτοπαικτικές λέσχες - και λειτουργούσε αποτρεπτικά για μεγάλο
μέρος του πληθυσμού. Τώρα εγκαταστάθηκε στο καθιστικό, και, ακόμα χειρότερα,
στο παιδικό και το εφηβικό δωμάτιο.
Η συστηματική έκθεση των νέων στον τζόγο αλλοιώνει τις αξίες τους. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η οικονομική ζημιά, αλλά η τοξική μετάλλαξη της σχέσης προσπάθειας και ευ ζην. Οι κίνδυνοι από τον εθισμό στον τζόγο περνούν γρήγορα με μικρά γράμματα στο κάτω μέρος της οθόνης ή εκφωνούνται τροχάδην, ενώ η συμμετοχή σ’ αυτόν παρουσιάζεται ως μια παρεΐστικη, ανέμελη διασκέδαση.
Η
συνεχής έκθεση στις άμεσες "συγκινήσεις" του τζόγου (ποντάρισμα και
αποτέλεσμα σε λίγη ώρα) εθίζει τον εγκέφαλο και κάνει την πραγματική ζωή να
φαίνεται αδιάφορη και ατελέσφορη. Γιατί να κάθεσαι να σχεδιάζεις και να
δημιουργείς, να προσπαθείς και να εξελίσσεσαι; Σε πόσο χρόνο θα σου αποδώσουν
αυτά; Ενώ μπορείς ακαριαία να μεταμορφώσεις τη ζωή σου και να γίνεις ο Μάκης
που κέρδισε το Eurojackpot ή έστω ο μπατζανάκης του.
Η σχέση του Έλληνα με τα τυχερά παιχνίδια δεν είναι καινούργιο
φαινόμενο, όμως τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε εκτεταμένη κοινωνική και
οικονομική παθογένεια. Η παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα, ο πληθωρισμός και
η ακρίβεια, αντί να λειτουργήσουν αποτρεπτικά, ωθούν χιλιάδες πολίτες να
εναποθέτουν τις ελπίδες τους για οικονομική σωτηρία στο τζογάρισμα.
Σήμερα λειτουργούν στην Ελλάδα νόμιμα 18 στοιχηματικές
εταιρείες και 8 καζίνα, συν τα Λαχεία, την Allwyn και τις Ιπποδρομίες. Επί
πλέον, η blacklist της ΕΕΕΠ περιλαμβάνει 510 (!!!) μη αδειοδοτημένες
διαδικτυακές στοιχηματικές πλατφόρμες. Σ’ αυτή τη βαριά βιομηχανία
"πώλησης ελπίδων", οι Έλληνες καταθέτουν ετησίως το 7,5% του ΑΕΠ της
χώρας! Τα μεγέθη είναι αστρονομικά και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως
δείκτης αδιεξόδου και απόγνωσης μια κοινωνίας.
Ο συνολικός νόμιμος τζίρος των τυχερών παιγνιδιών στην Ελλάδα
το 2025 ήταν €16,7 δισ., αυξημένος κατά 7% σε σχέση με το 2024, χωρίς να
υπολογισθούν τα κέρδη που ξαναποντάρονται. Η πραγματική χασούρα των παικτών,
δηλαδή τα κέρδη των εταιρειών πριν τη φορολογία, ήταν, το 2024, περίπου €2,8
δισ., ενώ το 2025 ξεπέρασαν τα 3. Δηλαδή, πάνω από 3 δισεκατομμύρια ευρώ
μεταφέρθηκαν οριστικά από τις τσέπες των πολιτών στα ταμεία των στοιχηματικών
εταιρειών, του ΟΠΑΠ και των καζίνων. Αλλά μεταφέρθηκαν και στα ταμεία του
κράτους.
Αυτός είναι ο λόγος που ο τζόγος κατακλύζει τις τηλεοπτικές οθόνες και το διαδίκτυο. Γίνεται χορηγός και "νονός" (και με τις δύο έννοιες) αθλητικών ομάδων, πρωταθλημάτων και αθλητικών διοργανώσεων. Ταΐζει τα ΜΜΕ, καθώς οι εταιρείες στοιχημάτων είναι αυτή τη στιγμή οι μεγαλύτεροι διαφημιζόμενοι σε τηλεόραση, ραδιόφωνο και ενημερωτικά sites. Ταΐζει και το κράτος. Πάνω από 1,2 δισ. ευρώ μπήκαν πέρυσι στα ταμεία του, μέσω των αδειών, της φορολογίας των εταιρειών και των κερδών των παικτών.
Μιλώντας στην 4η
Online Gaming Day, ο πρόεδρος της ΕΕΕΠ ανέφερε ότι το 2025 "περισσότεροι
από 900.000 Έλληνες συμμετείχαν σε παράνομα παιχνίδια με τον εκτιμώμενο κύκλο
να υπολογίζεται στα 2 δισ. και τα χαμένα έσοδα για το κράτος στα 400 εκατ.
ευρώ". Αυτό μας ενδιαφέρει. Πόσα χάνει το κράτος από τους φόρους, όχι πόσα
οι πολίτες από το υστέρημά τους.
Όμως οι ζημιές για την κοινωνία δεν είναι μόνο χρηματικές. Ο τζόγος παράγει ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος: εθισμένους πολίτες, διαλυμένες οικογένειες, κατάθλιψη, αύξηση των διαζυγίων, ενδοοικογενειακή βία, ψυχικές ασθένειες, παιδιά σε προνοιακές δομές, απόπειρες αυτοκτονικών, αυτοκτονίες, εγκληματικότητα, κατασχέσεις, ελέγχους, συλλήψεις, δικογραφίες.
Επιβαρύνεται το
σύστημα υγείας, οι δομές απεξάρτησης, η Δικαιοσύνη, η Αστυνομία, οι Δημόσιες
Υπηρεσίες. Επιβαρύνεται η Οικονομία από απώλεια παραγωγικότητας αλλά και
φορολογικών εσόδων από τα άτομα που καταστρέφονται επαγγελματικά και ψυχικά.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα απολύτως στρεβλό μοντέλο, το οποίο διογκώνεται με
τις ευλογίες του κράτους: τα κέρδη τα καρπώνονται ιδιώτες, ενώ η ζημιά και το
κόστος της θεραπείας διαχέεται, πάλι με τη βοήθεια του κράτους, σε όλη την
κοινωνία και στους φορολογούμενους. Φυσικά, και σε εκείνους που δεν παίζουν.
Ως πού θα πάει αυτό; Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει
(και πολύ άργησαν) να παίρνουν μέτρα: από τον πολύ αυστηρό έλεγχο για τις ώρες
και τον τρόπο "προώθησης" του τζόγου μέχρι την πλήρη απαγόρευση της
διαφήμισής του. Εμείς θα κάνουμε κάτι ή θα συνεχίσουμε να καμαρώνουμε (και να
εμπιστευόμαστε για την ενημέρωσή μας) τους δημοσιογράφους-κρουπιέρηδες;
Αλλά πώς περιμένουμε από το κράτος να επιβλέψει, να ελέγξει
και να περιορίσει τον τζόγο, όταν το ίδιο "λειτουργεί" ως ένας
πορωμένος και αδίστακτος λεσχιάρχης που ενδιαφέρεται μόνο για την γκανιότα;
Έτσι θα πορευόμαστε, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, μέχρι την τελική μας σήψη.
Βάζω και στοίχημα».
(Απόσπασμα άρθρου του Θ.Τζήμερου από το capital.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου