«Ένα πρωί πέσαμε όλοι από τα σύννεφα, ανακαλύπτοντας ότι στην Ελλάδα κυριαρχεί το ρουσφέτι. Ότι ο βουλευτής είναι πολυτιμότερος από τον γιατρό. Αν δεν έχεις γιατρό μπορεί και να σωθείς! Θα στον βρει ο βουλευτής. Αν δεν έχεις όμως βουλευτή, πού πας! Πέσανε από τα σύννεφα ακόμη και οι συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Παπαδήμου, όταν κυριαρχούσε το… 50 -25-25!Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει να πολεμήσει κάποιο βαθύ κράτος.
Μεταξύ της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, δηλαδή του πρωθυπουργού, καθώς
στην Ελλάδα η εξουσία είναι ο πρωθυπουργός, και του πολίτη, δεν υπάρχουν
ενδιάμεσοι σταθμοί. Από την μία το Μέγαρο Μαξίμου και από την άλλη οι πολίτες.
Από τη μία, το κράτος έπαψε σταδιακά να λειτουργεί και να παράγει, καθώς οι
δομές του σταδιακά απογυμνώθηκαν και ο ρόλος του μοιραία αποδυναμώθηκε και από
την άλλη ενισχύθηκε ο ρόλος των βουλευτών ως μόνων και αυθεντικών
διαμεσολαβητών της σχέσης κράτους και πολιτών».
«Μαζί τα φάγαμε», είχε πει ο Θ. Πάγκαλος: εμείς σας μοιράζαμε δανεικά και εσείς μας ψηφίζατε για να το κάνουμε. Κάποιοι στη συνέχεια ορθώς επεσήμαναν πως η διανομή των δανεικών δεν έγινε ισότιμα· άλλοι βολεύτηκαν με ένα μεροκάματο και άλλοι με τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία.
Στη συνέχεια, μετά τη χρεοκοπία, για να σταματήσουν οι πολιτικοί να μοιράζουν διορισμούς, δανεικά και αναπηρικές συντάξεις σε «οξύθωρους τυφλούς», μετά βασάνων και κόπων μειώσαμε τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έφυγε ο ΟΤΕ, έφυγε ο ΟΠΑΠ, ο ΟΛΠ, οι κρατικές τράπεζες, η ΔΕΗ κ.λπ. Στο Δημόσιο υπήρχε ήδη το ΑΣΕΠ, το οποίο ο κήνσορας Καραμανλής με τον Παυλόπουλο είχαν καταστήσει «φυσαρμόνικα» επί θητείας τους, αλλά πλέον λειτουργεί.
Όπου μοιράζεται δωρεάν χρήμα, είναι βέβαιο
πως συνωθούνται τα «φυντάνια» του παρασιτισμού, τόσο της πολιτικής όσο και της
γιαλαντζί επιχειρηματικότητας. Μοιραία, η βόμβα δεκαετιών πελατειακής
ρουσφετολογίας θα έσκαγε. Το φυτίλι άναψε η ευρωπαϊκή εισαγγελία. Καλώς έπραξε,
γιατί οι εγχώριοι θεσμοί σπανίως στέκονται στο ύψος των περιστάσεων».
(Κ. Στούπας-liberal.gr)
«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Και γι’ αυτό δεν πρόκειται ποτέ ν’ αναστηθεί.» Ευφυολόγημα γνωστό. Ηταν από τα αγαπημένα του Μάνου Χατζιδάκι. Το 1981 στην Ελλάδα κυριαρχούσε ακόμη η νοοτροπία του μετεμφυλιακού κράτους, με μια τερατώδη γραφειοκρατία σοβιετικού τύπου και ένα πολιτικό ιερατείο που κρατούσε δέσμια την κοινωνία. Μια κοινωνία που την αποτελούσαν πολυπληθή μικρομεσαία στρώματα, πολυάριθμος αγροτικός πληθυσμός και απασχολούμενοι στον υπερτροφικό δημόσιο τομέα που συνεργαζόταν με το πολιτικό ιερατείο, για να ελέγχει όλους τους υπόλοιπους. Με το αζημίωτο εννοείται, αφού ο έλεγχος ταυτιζόταν με την προστασία.
Περιγράφω σχηματικά τη σοσιαλιστική Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, η οποία αντιμετώπιζε την Ευρώπη ως ξένο σώμα και εξαντλούσε την ευφυΐα της για να αξιοποιήσει όσο περισσότερο μπορούσε την Ευρώπη που την αντιμετώπιζε όχι ως ευκαιρία ανάπτυξης αλλά ως ευεργέτιδα. Οι αγρότες μας προτιμούσαν να πετούν τα ροδάκινα στις χωματερές για να εισπράττουν επιδοτήσεις παρά να κοπιάσουν για να φτιάξουν ποικιλίες με ελληνική υπογραφή.
Η Ευρώπη υπήρχε για να μας δανείζει. Μας δάνειζε γνώσεις που βαυκαλιζόμασταν ότι τις είχε πάρει από εμάς, μας δάνειζε χρήματα που πιστεύαμε ότι μας τα χρωστούσε.Τα χρόνια πέρασαν, οι σοσιαλιστές έχασαν την κυβέρνηση, αλλά δεν έχασαν την Ελλάδα, η οποία συνέχισε να δανείζεται, κυρίως για να τροφοδοτεί το κράτος με νέο αίμα, πελάτες του ιερατείου της δημοκρατίας. Τα δισεκατομμύρια περνούσαν, όμως δεν άφηναν ίχνη πίσω τους. Χτίσαμε μεζονέτες, αλλά δεν φτιάξαμε ένα πανεπιστήμιο, ούτε ένα νοσοκομείο της προκοπής.
Ωσπου ήρθε η ώρα της πτώχευσης. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να δανειστεί πια παρά μόνο με σκληρούς όρους που θα επέτρεπαν την επιβίωσή της. Αν η χώρα διέθετε σοβαρές πολιτικές και πνευματικές ελίτ, η ήττα θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για ασκήσεις αυτοσυνειδησίας. Εγινε όμως το αντίθετο. Απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την υπόλοιπη Ευρώπη, θεώρησε την πτώχευση ως πράξη εκδίκησης και κόντεψε να χάσει ό,τι είχε κερδίσει μετά δύο αιώνες Ιστορίας, τη θέση της στη μεγάλη ομάδα των δημοκρατικών κρατών. Το πείραμα, ως γνωστόν, απέτυχε.
Η ήττα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και η νίκη της Ν.Δ. του Κυριάκου
Μητσοτάκη, αν μη τι άλλο, έδειχναν πως η ελληνική κοινωνία είχε
συνειδητοποιήσει ότι αν ήθελε να συνεχίσει να ζει, έπρεπε να αλλάξει».
(Τ. Θεοδωρόπουλος-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου