««Σε κάθε χώρα του κόσμου, ο ρόλος των ποινικών δικαστηρίων
είναι να αντιμετωπίζουν τις χειρότερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Η βία, η
απειλή, η εκδικητικότητα, η εξαπάτηση, η μοχθηρία παρουσιάζονται και
εξετάζονται κάθε μέρα από δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόρους και ενόρκους.
Δεν
είναι μια εύκολη δουλειά. Απαιτεί επαγγελματισμό, σθένος και ευθυκρισία. Αλλά
είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία κάθε κοινωνίας.Η έρευνα των
εγκλημάτων είναι μυστική, αφού η όποια δημοσιότητα μπορεί να είναι είτε εντελώς
πρώιμη, είτε επιβλαβής για την ίδια την έρευνα ή απλά άδικη. Η δίκη όμως είναι
δημόσια.
Καμμία λεπτομέρεια, όσο αποκρουστική και αν είναι, δεν μπορεί να
κρύβεται από μια δίκη, αφού η αλήθεια είναι απαραίτητο στοιχείο της απόδειξης
της ενοχής και, όταν χρειάζεται, της επιμέτρησης της ποινής. Αλλά οι επώδυνες
αυτές αλήθειες είναι δημόσιες μόνο όταν χρειάζεται: στη δίκη. Οι κατηγορίες
πρέπει να ελεγχθούν από την υπεράσπιση και υποβληθούν στην κρίση του
δικαστηρίου, στις συνθήκες αυστηρής ισηγορίας και δικαιοσύνης που εξασφαλίζει η
δικονομία.
Τις τελευταίες ημέρες στην Ελλάδα ζούμε την απόλυτη κατάρρευση της
αξιοπιστίας της δικαιοσύνης. Το πρώτο και πιο επώδυνο παράδειγμα είναι η
δημόσια διαπόμπευση του τραγικού θύματος αλλά και των κατηγορουμένων βιασμού
και δολοφονίας στη Ρόδο. Οι γονείς, συγγενείς και φίλοι του θύματος πρέπει να
διαχειριστούν όχι μόνο την τραγική απώλειά του αγαπημένου τους προσώπου, αλλά
και τις σχεδόν καθημερινές εικασίες του τύπου για τον τρόπο που – κατά τις
δήθεν διαρροές στον τύπο - βιάστηκε και δολοφονήθηκε, στο πόσο υπέφερε τις
τελευταίες στιγμές της, και τη φρίκη του βίαου θανάτου και της εγκατάλειψής
της. Κανείς δεν ξέρει ακόμα ποιά είναι η αλήθεια.Και όμως, τα μέσα ενημέρωσης κερδίζουν
ακροαματικότητα πάνω στον πόνο της οικογένειας.
Την εβδομάδα που πέρασε υπήρξαν όμως και άλλα
παραδείγματα συστημικής αποτυχίας της δικαιοσύνης. Έίδαμε το πρωτοφανές γεγονός
ένας επιχειρηματίας να κατηγορείται για «λαθρεμπόριο» χρυσού με χώρα με την
οποία το εμπόριο χρυσού είναι ελέυθερο, και να διαπομπεύεται όχι μόνο στα μέσα
μαζικής ενημέρωσης αλλά και στη βουλή από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό.
Tην εβδομάδα που πέρασε είδαμε επίσης την
αποφυλάκιση των εθελοντών της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης ERCI, η οποία διέσωζε
ζωές προσφύγων στο Αιγαίο, μεταξύ των οποίων και της Σάρας Μαρντίνι (για την
οποία είχα γράψει στο παρελθον, βλ. «Οι Διασώστες στην Φυλακή»).Το γεγονός αυτό
είναι φυσικά θετικό.
Πριν λίγους μήνες όμως διαβάζαμε στις εφημερίδες και τις
ιστοσελίδες – με βαση προφανώς διαρροές της δικογραφίας - ότι οι κατηγορούμενοι
ήταν δήθεν μέλη οργανωμένης συμμορίας διακινητών, ίσως κατάσκοποι και ύποπτοι
τέλεσης νέων εγκλημάτων. Όποιος όμως διάβαζε τότε τα στοιχεία θα έβλεπε ότι το
κατηγορητήριο ήταν σαθρό - και ενδεχομένως πολιτικά υποκινούμενο, αφού γνωστοί
εθνικιστές βουλευτές είχαν ζητήσει την δίωξη όσων διέσωζαν πρόσφυγες και την
πάταξη των μη κυβερνητικών οργνώσεων. Δεν υπήρχε εξαρχής η παραμικρή ένδειξη
ενοχής τους.
Η δικαιοσύνη μας νοσεί. Όχι μόνο για την γνωστή ανικανότητά
της να κινείται χωρίς απίστευτες καθυστερήσεις, όπως π.χ. στην δίκη της Χρυσής
Αυγής, αλλά και γιατί κάνει τεράστια σφάλματα επί της ουσίας. Αυτό είδαμε στις
περιπτώσες του ενεχυροδανειστή και των διασωστών.
Παράλληλα, η δικαιοσύνη δεν ασχολείται
καθόλου με το να φροντίζει την αξιοπιστία της. Είδαμε για παράδειγμα την πρώην
Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κ. Θάνου, να εντάσσεται στο γραφείο του Πρωθυπουργού
την ημέρα της συνταξιοδότησής της. Το πρόβλημα είναι κατά τη γνώμη μου
συστημικό. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να βγάλει γρήγορα συμπεράσματα για τους
λόγους για τους οποίους έχουμε φτάσει στην σημερινή κατάσταση.
Οι λόγοι είναι
πολλοί. Αλλά υπάρχει, μεταξύ άλλων πραγμάτων, και μια εσφαλμένη αντίληψη για
την φύση και προορισμό της δικαστικής λειτουργίας. Αυτό εξηγεί την έλλειψη
λογοδοσίας ή αξιολόγησης των δικαστών μας, αλλά και την ελλιπή διδασκαλία της
ηθικής διάστασης του δικαστικού λειτουργήματος.
Το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί
μόνο με νέους νόμους ή με την συνταγματική αναθεώρηση. Χρειαζόμαστε μια εθνική
Επιτροπή που θα ερευνήσει με ενδελεχή τρόπο τις νομικές σπουδές, τις εξετάσεις
και εκπαίδευση των δικαστικών, τις προαγωγές τους, την στήριξή τους με
διοικητικά μέσα, την επαφή τους με τις τοπικές κοινωνίες, την προστασία από την
διαφθορά, την χρήση των νέων τεχνολογιών και, τέλος, την ουσιαστική λογοδοσία
και αξιολόγηση των δικαστών και των δικαστικών υπαλλήλων.
Αφού κατανοήσουμε την
φύση των προβλημάτων, τότε θα πρέπει να προχωρήσουμε σε βαθιές αλλαγές με
διακομματικη συμφωνία και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Τα όποια ημίμετρα δεν
πρόκειται να αγγίξουν τα βαθύτατα προβλήματα της ελληνικής δικαιοσύνης».
(Aπόσπασμα άρθρου του Π.
Ελευθεριάδη από το liberal.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου