«Συμβαίνει ένα παράδοξο. Ενάμιση χρόνο τώρα ζω σε μία πόλη που
λειτουργεί υπό συνθήκες καλοκουρδισμένης κανονικότητας, με αρμονία και αγαστές
σχέσεις ανάμεσα στους διαφόρους φορείς και τους πολίτες της. Οι μεν βοηθούν
τους δε, ώστε όλα να λειτουργούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, και με τα
λιγότερα δυνατά έξοδα.
Τα δύο σπουδαιότερα χαρακτηριστικά που προσωπικά
διακρίνω εδώ —αν και δεν μου είναι εύκολο να διαλέξω μόνο δύο— είναι το
σπουδαίο σύστημα των αστικών συγκοινωνιών και η αδιανόητη καθαριότητα των
δρόμων και των κάδων. Ενάμιση χρόνο τώρα, τόσο το ένα όσο και το άλλο δεν
παύουν να με εκπλήσσουν και να με κάνουν να νιώθω ότι έχω ανέβει, αν και αργά
στη ζωή μου, επίπεδο. Ποιο είναι το παράδοξο; Θα σας πω. Είναι ότι οι ντόπιοι
εδώ ΔΕΝ είναι ευχαριστημένοι. Καθόλου. Από τίποτε. Δεν το λένε και δεν το
δείχνουν, αλλά το σημειώνουν σε κάθε ευκαιρία όταν γίνονται σχετικές
δημοσκοπήσεις από τις εδώ εταιρίες ερευνών.
Όμως δεν θέλω να πω αυτό. Αυτά
είναι πράγματα γνωστά. Η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να εξευρωπαϊστεί σε ένα σωρό
τομείς, δεν ανακάλυψα δα καμία Αμερική — και δεν ανακάλυψα δα και καμία Ελλάδα.
Αυτό που θέλω να πω είναι κάτι άλλο. Ότι ο καθένας μας, είτε μιλάμε για μονάδες
είτε για κοινότητες, όλοι μας πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα συνηθίζουμε και
θεωρούμε δεδομένη κάθε κατάσταση εντός της οποίας ζούμε. Πολύ εύκολα και πολύ
γρήγορα. Και ο κάτοικος των Παρισίων, και ο κάτοικος της Πράγας, και ο κάτοικος
του Μογκαντίσου, και ο κάτοικος των Αθηνών. Όλοι μας. Τη θεωρούμε δεδομένη. Και
τη συνηθίζουμε. Και, αν μεν είναι ανθρώπινη, τείνουμε να τη θέλουμε ακόμη
καλύτερη, αν δε είναι ελεεινή, τείνουμε να μας αρκεί να γίνει κάπως λιγότερο
ελεεινή.
Συνηθίζουμε να ξέρουμε, αν ζούμε στην Καμπούλ, ότι οι βόμβες σκάνε
κυρίως Παρασκευή πρωί έξω από αστυνομικά τμήματα, οπότε αποφεύγουμε τα
αστυνομικά τμήματα από το πρωί ώς το μεσημέρι της Παρασκευής. Συνηθίζουμε να
ξέρουμε, αν ζούμε στην Κεντρική ή τη Βόρεια Ευρώπη, ότι το τραμ θα περάσει,
βρέξει-χιονίσει, στις 8:03 (και όχι στις 8:02 ή στις 8:04 ή όποτε), οπότε πλέον
το θέλουμε με WiFi και με μεγάλους χώρους για τα καρότσια των μανάδων.
Ή,
συνηθίζουμε να ξέρουμε, αν ζούμε στη Θεσσαλονίκη, πως, όταν κάποτε έρθει το
πρωινό αστικό, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα γεμάτο και μάλλον δεν θα μας
χωρέσει κι εμάς. Οπότε πλέον αρκούμαστε στο να περάσει. Κι ας μη μας πάρει.
Αρκεί να το δούμε και να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι ότι υπάρχει. Ότι κινείται.
«Και όμως κινείται». Σαν το νερό που παίρνει το σχήμα του δοχείου όπου θα το
βάλεις, έτσι κι εμείς: αν μας βάλεις στην Ευρώπη, θα θέλουμε περισσότερη Ευρώπη
— αν μας πετάξεις στον τόπο που, από G20, κατήντησε η τελευταία βαλκανική χώρα,
θα θέλουμε απλώς να γίνουμε μία κάπως καλύτερη βαλκανική χώρα.
Θα είμαστε
ευχαριστημένοι τουλάχιστον με αυτό. Με το να γίνουμε λίγο καλύτερα Βαλκάνια.
Λίγο πριν το τέλος, μάλιστα, θα είμαστε ευχαριστημένοι αν ο πατήρ Παππάς ή ο
υιός Παππάς ή ο Σπίρτζης ή οποιοσδήποτε από δαύτους θα μας λέει ότι όλα αυτά
είναι στο μυαλό μας — ότι τα λεωφορεία κινούνται κανονικά, και στην ώρα τους —
ότι υπάρχει μετρό, και είναι υπερμοντέρνο και υπερσύγχρονο, και αόρατο όπως τα
αεροσκάφη Stealth — ότι όλα εν γένει βαίνουν καλώς — ότι δεν υπάρχει ανεργία —
ότι ανέκαμψε η οικονομία — ότι αλλάξαμε τα δεδομένα, κάναμε ρήγμα στην Ευρώπη,
νικήσαμε — ότι χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα.
Αν σου πουν ότι η ανάπτυξη
και οι επενδύσεις είναι νεοφιλελεύθερες ύποπτες πρακτικές των καπιταλιστικών
Αγορών και μακριά από μας, θα είσαι ευχαριστημένος με ένα επίδομα από το
κράτος-πατερούλη. Έτσι πάν’ αυτά. Σαν το νερό, ο άνθρωπος συνηθίζει τη σκλαβιά.
Απλώς θέλει λίγο πιο λάσκα τις αλυσίδες».
(Απόσπασμα άρθρου του Κ. Aθανασιάδη σπό το liberal.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου