«Αυτά που δεν έκανα, που δεν κάναμε με την Κίκα, που δεν έκαναν οι φίλοι μας, ήταν να ζούμε μέσα στον φόβο – να ακούμε τις οβίδες να σκάνε
– δεν πέσαμε επάνω σε ένα ξεκοιλιασμένο σκυλί στον δρόμο – δεν παγώσαμε στο καταφύγιο – που δεν είναι καν κανονικό καταφύγιο αλλά το υπόγειο της πολυκατοικίας μας – δεν είδαμε τον γείτονά μας με το κεφάλι ανοιγμένο στα δύο από ένα θραύσμα οβίδας, με τα μυαλά του χυμένα πάνω στο μπουφάν του, και με τα ούρα του να του λερώνουν το παντελόνι
– δεν είδαμε άλογα να τρέχουν ξέφρενα στο πάρκο, το ένα σέρνοντας το πίσω του πόδι, αποτρελαμένο
– δεν πέσαμε πάνω σε μπλόκα – δεν αφήσαμε το σπίτι μας – δεν αφήσαμε την πόλη μας
– δεν αφήσαμε τα βιβλία μας
– δεν ακούσαμε τις στριγκλιές της σειρήνας
– δεν μείναμε επί εκατό ώρες μέσα στο αμάξι, χωρίς προοπτική να ξεκινήσει αυτό το κομβόι
– δεν είδαμε τα σκυλιά μας να τρέχουν απελπισμένα και με τρελό βλέμμα στον λασπωμένο δρόμο
– δεν γούρλωσε το μάτι μας για λίγο φαγητό, ό,τι να ’ναι, έστω λίγα μπισκότα – δεν μείναμε από σερβιέτες, ταμπόν, χαρτί υγείας
– δεν μας κόπηκε το ρεύμα, το νερό και το ίντερνετ
– δεν κατουρήσαμε στο τάπερ που πήραμε επί τούτου μαζί μας κάτω στον ακάλυπτο
– δεν βάλαμε τα βιβλία μας στα παράθυρα για μια συμβολική προστασία από τις σφαίρες
– δεν μάθαμε πως σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή εκείνη η κυρία που φρόντιζε τα αδέσποτα και στείρωνε τις γάτες της γειτονιάς, που όλα τους ουρλιάζουν τώρα πένθιμα και τρελά
– δεν ακούσαμε τις οβίδες, τις ρουκέτες, τις βρόμικες βόμβες που γεννάνε κι άλλες πέφτοντας για να σκοτώσουν «προσωπικό», ήτοι αμάχους, να σκάνε στην πλατεία δίπλα μας
– δεν ακούσαμε τα τζάμια να σπάνε σε όλο το τετράγωνο
– δεν ακούσαμε πρόστυχες βρισιές από στρατιώτες πάνω σε τεθωρακισμένα οχήματα καθώς μάς κοιτούσαν με εκείνο το βλέμμα που σου παγώνει το αίμα και με το δάχτυλο στη σκανδάλη του πολυβόλου τους – τα βλήματα από το πολυβόλο ενός τεθωρακισμένου οχήματος τρέχουν με μία ταχύτητα κοντά στα 900 μέτρα το δευτερόλεπτο – έτσι και σε πετύχει μία από δαύτες, σε κόβει στα δύο – και πολύ συχνά σε πετυχαίνει πράγματι – δεν υπάρχει περίπτωση να σωθείς, ακόμη και αν το νοσοκομείο είναι δίπλα σου – τη στιγμή εκείνη νιώθεις ένα ηφαίστειο να κυλά σε όλη σου τη ζωή μέσα σε μια στιγμή – γίνεσαι ένα τίποτα
– όλες αυτές οι σφαίρες
σε ψάχνουν και σε ψάχνουν και σε ψάχνουν, και θέλουν να σε κάνουν ένα τίποτα –
να σβήσουν το παρελθόν σου – να σβήσουν το μέλλον σου – είναι μια μαύρη τρύπα
που τρώει τη ζωή σου και τον χρόνο σου και τον χώρο σου – τα βιβλία σου – τα
σκυλιά σου και τη γάτα σου –τον άντρα σου, τη γυναίκα σου, το παιδί σας – το
χωριό σου, την πόλη σου, την πατρίδα σου – τα χρυσά της χωράφια και τον γαλανό
ουρανό της – όχι, δεν πεθάναμε σε ένα χαντάκι, με το πρόσωπο στις λάσπες. Δεν
ζούμε στην Ουκρανία. Όχι ακόμα».
(Απόσπασμα άρθρου του Κ.
Αθανασιάδη από το liberal.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου