«Στο μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου ζωής διετέλεσα και αξιολογούμενος και αξιολογητής. Στα πρώτα στάδια έπρεπε να συζητώ με ανώτερης βαθμίδας συναδέλφους για το τι έκανα, τι προτίθεμαι να κάνω και τι χρειάζομαι για να γίνω καλύτερος. Με τη σταδιοδρομική άνοδο, οι ρόλοι αντιστράφηκαν, αν και η λογοδοσία ουδέποτε εξέλιπε. Αυτή η εμπειρία είναι ο κανόνας στον θεσμικά ανεπτυγμένο κόσμο. Οχι μόνο στα πανεπιστήμια, αλλά σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης.
Οι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης της γενιάς μου (χονδρικά, όσοι γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’60) δεν είχαν αντίστοιχη εμπειρία. Οδεύουν στην αφυπηρέτηση και ουδείς ποτέ τους ζήτησε τον λόγο για το πώς κάνουν τη δουλειά τους. Ακόμα και ολοφάνερα ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί αφέθηκαν, ως επί το πλείστον, στην ανεπάρκειά τους. Μετά το 1981, η αξιολόγηση εκλήφθηκε ευρύτατα ως μια μορφή πειθαρχικού!Ατολμες κυβερνήσεις είτε δεν ασχολήθηκαν με το θέμα είτε νομοθέτησαν νόμους που παρέμειναν ανεφάρμοστοι – «χάρη στη σθεναρή αντίσταση του εκπαιδευτικού κινήματος» (ΟΛΜΕ).
Οι συνέπειες έφεραν και φέρουν, βεβαίως, ταξικό πρόσημο. Η μεγάλη μάζα εκπαιδεύεται στο αναξιολόγητο δημόσιο σχολείο, αλλά η εισοδηματικώς ανώτερη τάξη και ένα μέρος της μεσαίας τάξης προτιμούν να στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία (ρωτήστε επ’ αυτού τον «αριστερό» κ. Τσίπρα). Το μοτίβο είναι αξιοπρόσεκτο. Οι ταγοί ενός επαγγελματικού χώρου τείνουν πρώτα να σκέπτονται συντεχνιακά (δηλαδή συμφεροντολογικά) και κατόπιν επαγγελματικά. Φυσικά, για να γίνουν πιστευτοί, πρέπει να μεταμφιέσουν τη συντεχνιακή ιδιοτέλεια.
Διατείνονται, λοιπόν, ότι προτάσσουν το συμφέρον αυτών που υπηρετεί το λειτούργημά τους, αλλά οι αντιδράσεις τους αποσκοπούν στο να συντηρήσουν την υφιστάμενη κατάσταση, στην οποία έχουν βολικά προσαρμοσθεί.Γιατί είναι «αντιδραστική» η αξιολόγηση όταν ουδεμία σχεδόν κύρωση προβλέπεται γι’ αυτούς των οποίων η επίδοση κρίνεται ως «μη ικανοποιητική»; Τα συνδικάτα μας μεταποιούν υπαρκτά προβλήματα (π.χ. πελατειακές σχέσεις, αυθαίρετη συμπεριφορά ιθυνόντων) σε ιδεολογήματα προκειμένου να δικαιολογήσουν τον μόνο τρόπο ύπαρξης που γνωρίζουν – τη σύγκρουση.
Αυτή η νοοτροπία αναπαράγει την εμπεδωμένη κουλτούρα καχυποψίας και αντιπαλότητας. Δίχως κλίμα εμπιστοσύνης, όμως, η ουσιαστική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου δεν είναι εφικτή. Η βελτίωση προϋποθέτει την ειλικρίνεια.
Στον βαθμό που τα συνδικάτα είτε χρησιμοποιούνται πολιτικά για τη φθορά της εκάστοτε κυβέρνησης είτε εγκλωβίζονται στην αυτοεξυπηρετική υπεράσπιση συντεχνιακών συμφερόντων, δεν γίνονται προοδευτική δύναμη αλλαγής, αλλά καθηλωτικό βαρίδι. Αφενός μάχονται χθεσινές μάχες, αφετέρου παγιδεύονται στο συγκρουσιακό φαντασιακό, που δεν προάγει ούτε το συμφέρον των μελών τους ούτε τη μαθησιακή διαδικασία που καταστατικά υπηρετούν.
Οι αυτοχρισθέντες «προοδευτικοί» αποδεικνύονται άκρως
συντηρητικοί, στο μέτρο που διαιωνίζουν το φοβικό φαντασιακό της πιθανής
απώλειας αγιοποιημένων «κεκτημένων» και ομνύουν στην αέναη «αντίσταση» για την
υπεράσπισή τους. Συντηρούν το status quo για να μη χρειαστεί να επανεφεύρουν
τον εαυτό τους. Καταφεύγουν στη σύγκρουση για να αποφύγουν την επίπονη
δοκιμασία της δημιουργίας».
(Απόσπασμα άρθρου του Χαρ. Τσούκα από το Liberal.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου